ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ    Π. Ν.        

                                Μ Ν Η Μ Η                            

 

Αφιέρωση στο Σάββα Χαρίδη,     σηματονόμο του ΚΑΤΣΩΝΗ                

Ή γή αύτή είναι γεμάτη ήρωες    ΧΑΖΛΕΫ                                   

O Βασίλης Λάσκος με τον Σημ/ρο Λαμπρινούδη
στο κατάστρωμα του «Κατσώνη»

Εβδομήντα τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από τη βύθιση του Υποβρυχίου ΚΑΤΣΩΝΗΣ (Υ1), που έγινε  στις  14  Σεπτεμβρίου 1943. Για το ηρωικό τέλος του Υ/Β έχουν γραφτεί πολλά βιβλία με λεπτομέρειες από πρωταγωνιστές και ερευνητές του άνισου αγώνα, που έδωσε ο ηρωικός του κυβερνήτης Πλοίαρχος Β.Λάσκος και το πλήρωμά του. Στη βιβλιοθήκη του Συνδέσμου μας και από ένα «συλλεκτικό» ,μικρών διαστάσεων, « μηνιαίον  περιοδικόν  του Βασιλικού Ναυτικού με τίτλο          ΄΄το Ναυτικό μας΄΄ κυκλοφορίας Νοέμβριος 1948-αριθμός 21»,δημοσιεύουμε μια αυθεντική περιγραφή των τελευταίων στιγμών του ΚΑΤΣΩΝΗ όπως τις ανακαλεί στη Μνήμη του, πέντε χρόνια μετά, 14 Σεπτεμβρίου 1948,    ο διασωθείς σηματονόμος του Υποβρυχίου  Υποκ. Α΄ Σάββας Χαρίδης. Την περιγραφή  κατέγραψε ο  Έφ.Ύποκ.Α΄ Ζ. Στάλιος που συνυπηρετούσε με τον σηματονόμο στο Ν/Α ΚΑΡΤΕΡΙΑ. ( Στην περιγραφή τηρήθηκε, όσο ήταν δυνατόν, η ακριβής σύνταξης του αρχικού κειμένου)

Ήταν, έντεκα περασμένες .Ό άνεμος σφύριζε. Ένα βογγητό μακρυνό έφτανε ύπόκωφο απ΄την άνοιχτή θάλασσα. Στό καρρέ των ύπαξιωματικών καθισμένοι οί δυό μας τεμπέλικα πίσω απ΄ τό φαρδύ μαονένιο τραπέζι, άφίναμε χωρίς σκοπό τούς έαυτούς μας νά βουλιάζουν μέσα στίς ώρες πού περνούσαν αργά. Παράξενη σιωπή τού καραβιού πού κοιμάται άπλωνόταν στίς γκρίζες έπιφάνειες, στούς άδειους χώρους τού στεγανού , άγγιζε τήν άχρωμη ύπομονή μας πού λίμναζε άδιάφορη. Τά θλιμμένα λεπτά κάποιου ρολογιού μετρούσαν τό διάστημα με μονότονη βεβαιότητα. Τό φώς τής λάμπας σερνόταν στούς  τοίχους, στό πάτωμα, στά κουρασμένα μας πρόσωπα, χάϊδευε τά μάγουλα τού ύπαξιωματικού πού καθόνταν άπέναντι μου, τρεμούλιαζε μέσα στά μεγάλα παιδιάτικα μάτια του .Δέ μιλούσαμε. Ύστερα άπό ‘ολόκληρη μέρα δουλειάς στό ναρκοπέδιο καπνίζαμε μέ ήδονική νωχέλεια μισοβυθισμένοι σέ νάρκη .Μέσα ‘απ΄ τα μισόκλειστα βλέφαρα κύτταζα τά γαλαζωπά δαχτυλίδια πού ανέβαιναν ψηλά μέ μία ‘απαλή ήρεμία. Έβλεπα τό φώς τής λάμπας θαμπό μέσα στό σύννεφο τού καπνού, όταν άκουσα τόν συνάδελφό μου νά ψιθυρίζη σιγά: –‘Ηταν σάν κι΄απόψε… Σάν κι΄απόψε !

  Γύρισα το πρόσωπό μου σ΄αυτόν, τόν κύτταξα προσεκτικά. Στεκόταν ακίνητος μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στίς παλάμες. Μιά απόκοσμη έκφραση ήταν ζωγραφισμένη στήν όψι του. Τά μεγάλα του μάτια ταξίδευαν μακρυά σέ φευγαλέο όνειρο… Μιά ανεπαίσθητη ταραχή σάλευε πάνω στά κλειστά χείλια του.

 – Τί έχεις Σάββα; Τόν ρώτησα…Τί είναι;

Δέν μ΄ακουσε. Τα΄ανοιχτά μάτια του ήταν βυθισμένα στό άπειρο. Ένας πόνος βαθύς φώλιαζε στό σφιχτό στόμα του. Άπλωσα τό χέρι μου. Τα δάχτυλά μου άκούμπισαν πάνω του. Πίεσα τόν ώμο του. Έχεις τίποτα Σάββα; Ξαναρώτησα. Σά νά ξυπνούσε άπό κάποια βαθειά νάρκη κινήθηκε άπότομα. Γύρισε σέ μένα τά γαλανά μάτια του. Τά ματόκλαδά του έπαιζαν νευρικά .Ή φωνή του άπαλή, κουρασμένη σάν νά ‘ερχόταν άπό κάποιο βυθό

.—Ήταν σάν κι΄απόψε πού μάς χτύπησαν, είπε ξανά. Σάν κι΄απόψε στις 14 Σεπτεμβρίου τήν ήμέρα τού Σταυρού πού βούλιαξαν τόν «Κατσώνη».

  Χωρίς να πω τίποτα άφισα την θέση μου, σύρθηκα πάνω στο πάγκο, πλησίασα κοντά του. Μέσα στη στάχτη είχε θαφτεί το τελευταίο σιγάρο. Άνοιξα την ταμπακιέρα μου μπροστά του. Ήξερα τι θα γινόταν σε λίγο

. —Ένα σιγάρο ακόμα Σάββα; τον ρώτησα. Άπλωσε το μπράτσο του. Τα δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρά. Η φλόγα του σπίρτου έλαμψε για μία στιγμή. Μέσα απ΄τις θαμπές καμπύλες του καπνού πού ξετυλίγονταν άθόρυβα, ή φωνή του ξεκίνησε άπόμακρη, χρωματισμένη με θλίψη. Το μονότονο βήμα του σκοπού έξω στη πρύμνη συνώδευε το ρυθμό της. Οι θρήνοι των νερών τήν τριγύριζαν. Μακρυά, πέρα απ΄τόν κάβο, έξω στο πέλαγος, τά βογγητά της θάλασσας σάλευαν απελπισμένα μαζί της…

  — Όσα χρόνια κι΄αν ζήσω, θα θυμάμαι πάντα έκείνο το βράδυ, άρχισε να λέη. Είναι τόσο βαθειά ριζωμένο μέσα μου, τόσο πολύ δεμένο μαζύ μου πού τίποτα δεν μπορεί να με κάνη να το ξεχάσω. Οί λίγες ώρες πού πέρασαν εκεί, αίώνας όλόκληρος, έχουν άφίσει άσβυστα χνάρια στη ζωή μου. Οί πιο μικρές λεπτομέρειες, τά πιο άσήμαντα γεγονότα έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου…ζούνε μαζύ μου…μ΄ακολοθούν όπου κι΄αν πάω. Σέρνω μέσα μου,και θά τους σέρνω για πάντα, τους άνθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς, πού βρέθηκαν έκείνες τις στιγμές κοντά μου… Τους βλέπω διαρκώς ,έχουν γίνει ένα μαζί μου… Ξυπνούν, κι΄έρχονται  κοντά μου κάτι τέτοια βράδυα, και ξαναζούμε μαζύ όλες έκείνες τις τραγικές ώρες πού πέρασαν… Σταμάτησε για μια στιγμή. Ή στάχτη του σιγάρου του θρυμματίστηκε μέσα σ΄ένα τασάκι. Μια μαύρη πεταλούδα χόρευε άπελπισμένα γύρω απ΄το φώς. Τα λόγια του βαρύθυμα συνέχισαν τ΄άργότους ξετύλιγμα…

 Είμασταν στη μέση της περιπολίας μας…γυρνούσαμε κοντά στις Σποράδες…στ΄άνοιχτά της Σκοπέλου όταν έγιναν όλα αυτά… Πρίν μια βδομάδα είχαμε φύγει απ΄την Βηρυττό. Μας έμεναν άκόμα καμιά δεκαριά μέρες για να γυρίσουμε στη βάση μας. Ήταν το βράδυ της 14 Σεπτεμβρίου του 43, ίδιο βράδυ σαν άπόψε. Περιμέναμε κάποιο ξένο έμπορικό. Πληροφορίες μάς έλεγαν πώς θα περνούσε από κεί ένα έχθρικό σκάφος. Μέσα στο σκοτάδε, πλέαμε στην επιφάνεια περιμένοντας… Ξαφνικά το είδαμε να μας κάνη φωτεινά  σινιάλα… βρεθήκαμε σε δύσκολη θέση, δεν ξέραμε τι ήταν.—Αργότερα όσοι αποζήσαμε μάθαμε πώς ήταν Γερμανική κορβέτα

.—Αναγκαστήκαμε γρήγορα-γρήγορα να κάνουμε «ταχεία κατάδυση» .Άκόμα  θυμάμαι, σά να ήταν χθές, τη στριγλιά φωνή του κλάξον πού ξεχύθηκε μέσα στο καράβι… Τρυπάνισε τα΄αύτιά μου, έφερε κάποιο κρύο ρίγος στη ψυχή μου. Ο κυβερνήτης άμίλητος, όλος προσοχή και νεύρο ,στεκόταν μέσα στο στενό διαμέρισμα του πυργίσκου κάτω απ΄το περισκόπιο. Το πελώριο κορμί του γέμιζε το χώρο. «Προσοχή στα ύδρόφωνα» φώναξε με το δυνατό τόνο του στο ναύτη κοντά του. Ο τιμονιέρης του πηδαλίου διευθύνσεως, ο τρίτος αξιωματικός κι΄εγώ στεκόμασταν ακίνητοι, δοσμένοι ο καθένας στη δουλειά του… Είχαν περάσει  λίγα λεπτά απ΄τη στιγμή πού καταδυθήκαμε… Απ΄τα ύδρόφωνα παρακολουθούσαμε τη πορεία του καραβιού .Περιμέναμε… δεν ξέραμε ακόμα τι πορεία θα έπερναν τα πράγματα, τι θα γινόταν, όταν μια έκρηξη, λίγο μακρυά μας ,δόνησε τα νερά. Η πρώτη δέσμη βομβών είχε πέσει… Το κυνηγητό άρχιζε… Αυτό πού δεν ξέραμε αν θα γίνη ήταν τώρα πιά βεβαιότητα…Το εχθρικό σκάφος είχε άρχίσει την επίθεσή του.

 «Αναφορά» φωνάζει νευρικά ο κυβερνήτης .Τα διαμερίσματα δεν είχαν ακόμα απαντήσει όταν μια δεύτερη έκρηξη πιο κοντά μας έκανε τα νερά να βουΐζουν… Το σκάφος μας σείστηκε συθέμελα…τα σίδερα  τρίζαν απελπισμένα, βογγούσαν πονεμένα σαν να συνθλίβονταν…τα φώτα τρεμόσβυναν, τα περισσόστερα είχανε σπάσει..Εμείς είχαμε πιαστεί απ΄τα τοιχώματα για να μη χάσουμε την ίσορροπία.  Όλοκληρο το υποβρύχιο σαν να βρίσκονταν σ΄έναν ανεμοστρόβιλο, σ΄ένα σίφουνα, άνεβοκατέβαινε σα μεθυσμένο…Πέρασαν ΄κόμα λίγα λεπτά, η κίνηση είχε σταλάξει σιγά-σιγά. Μία ήσυχία νεκρική βασίλευε..το υποβρύχιο, έμενε ακίνητο. Η βαθειά σιωπή μάς βάραινε… κανένας δε μιλούσε…Μά στην σκληρή, την αδυσώπητη μάχη πού δίνονταν απ΄όλους μας, άκουγες τις λαχανιασμένες άνάσες κι΄έννοιωθες τις καρδιές πού γοργοχτυπούσαν…Αισθανόσουν την άγωνία πού ήταν χυμένη σ΄όλες τις ζωές μας για τη μάχη με το θάνατο. Δεν ύπάρχει τίποτα πιο άπαίσιο απ΄αύτό, να κάθεσαι ακίνητος στο βυθό κάπου δεκαπέντε μέτρα κάτω από την επιφάνεια, μέσα σ΄ένα σιδερένιο κλουβί, να περιμένης τη μοίρα σου, χωρίς να μπορής ν΄αντιδράσης…να μένης ακίνητος ξέροντας πώς ίσως αυτές να είναι οι τελευταίες στιγμές σου…

 ‘Εγινε μια παύση .Ή κόκκινη άκρη τού σιγάρου μόλις άνάσαινε στα χέρια του. Μια κιτρινάδα έχει χυθεί σ’ όλόκληρο το πρόσωπό του. Τα χείλια του προφέρνουν άργά:

 –Αύτό πού περιμέναμε έγινε σε λίγο.

 Ή Τρίτη δέσμη έσκασε κοντά μας, άποκάτω μας…Όλόκληρο το καράβι τραντάχτηκε χωρίς τέλος. Τιναχτήμαμε όλοι μας…Σαν πληγωμένο πουλί ο «Κατσώνης» μας έγειρε δεξιά, άριστερά, ύστερα πάλι δεξιά. Μέσα στο σκοτάδι άκουγες τα όργανα πού σπάζαν…ένα πανδαιμόνιο θορύβων ώρμούσε στ΄ αύτιά μας… η άτμόσφαιρα είχε γεμίσει καπνούς… η πυξίδα ξεκόλλησε, πετάχτηκε πάνω…ένα λαμπιόνι τρεμούλιασε κάπου «πυρκαϊά στη κυρία  ηλεκτρομηχανή» άνέφερε κάποιος .Στο φώς του φλάς-λάϊτ είδα το καπετάνιο πού στεκόταν όρθός, κρατιώταν γερά στο περισκόπιοο…απ΄το βάθος άνέβαιναν μερικές φωνές απ΄το πλήρωμα…ξεχώριζε το βογγητό κάποιου χτυπημένου.. Ήταν άγριο. …Ένα ρίγος διάβαινε μέσα μου… Ζουλιγμένος σε μιάν άκρη απ το τράνταγμα έννοιωθα πω΄ς η θέση μας ήτα δύσκολη.. ‘Επρεπε κάτι να γίνη γρήγορα…Ή άνάδυσή μας ήταν απαραίτητη. Μέσα σ΄αύτή την ύγρή κόλαση ακούω τη φωνή του κυβερνήτη δυνατά, βροντόφωνα να προστάζη: «Γενική έκδίωσις . Έξόρμησις διά του πυροβόλου» Οι μηχανές άρχισαν να δουλεύουν…Ανέβαίνουμε…Για μια στιγμή ο νούς μου πήγε στα παιδιά στον Τσάκωνα, στο Μητσιάλη, στο Μανταντωνάκη ,πού ήταν απομονωμένοι απ΄τις φρακτές πίσω στη πρύμη…ύστερα τούς ξέχασα…Ένας άνεμος δυνατός είχε φυσήξει μέσα μου…Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες… Μια επανάσταση γινόταν στον εαυτό μου, μια άλλαγή…Τόση ώρα στεκόμασταν άκίνητοι ,άπραγοι ,περιμέναμε το θάνατο χωρίς να μπορούμε ν΄άντιδράσουμε…Μπορώ να σού πώ ακόμα πώς ασυναίσθητα είχαμε ταραχτεί. Μα τώρα είχαν άλλάξει τα πράγματα. Δεν σκεπτόμασταν πιά το κίνδυνο…Είχε φτάσει ή στιγμή. Όλα για όλα… Θα μπορούσαμε να πεθάνουμε πολεμώντας!.

.Τόν κυττώ. Τόσους μήνες μαζύ του στο καράβι ποτέ δεν είχα δώσει προσοχή στο κοντό αύτό παιδί με τους σεμνούς τρόπους και το παιδιάτικο πρόσωπο. Μα τώρα μια άλλαγή έχει γίνει. Ή μορφή του είναι άγρια, υπέροχη ,είναι συνεπαρμένος απ΄τις μεγάλες στιγμές πού ξαναζούν. Έμένα μ΄έχει ξεχάσει. Τα μάτια του γυαλίζουν σάν φώσφορο. Τα λόγια του είναι γεμάτα παλμούς.

Οι διασωθέντες του Y/B KΑΤΣΩΝΗΣ σε γερμανικό στρατόπεδο.
Όρθιοι από αριστερά: Σ. Γκίνης, Δ. Αναγνωστόπουλος,
Χ. Μανόπουλος, Ι. Παπαδάκης, Γ. Γιαννέλης, Σ. Τοκαλίδης.
Κάτω από αριστερά: B. Μπούκης, Γ. Δημητριάδης,
Α. Αναστόπουλος, Σ. Χαρίδης, Χ. Βακαλόπουλος
(από βιβλίο «Τα Ελληνικά Υ/Β»)

–Πρώτος έγώ τράβηξα το μοχλό. Ελευθέρωσα το καπάκι. Μ΄όλη μου τη δύμαμη το άνοιξα. Τα΄άστέρια φεγγίζουν ψηλά. Άνεβαίνω στο πυργίσκο. Μέσα στις σκιές της νύχτας ξεχωρίζω το έχθρικό καράβι καμιά πεντακοσαριά μέτρα μακρυά μας. Έτοιμαζόνταν να πάρη στροφή.

 Τρέχω στο χώτσκινς. Ρίχνω τη πρώτη ριπή. Οι σφαίρες γρυλίζουν …άκτινωτές  όρμούνε πάνω στο στόχο. Ή κορβέττα γυρνά πάνω μας, παθαίνω έμπλοκή. Ή όμοχειρία του πυροβόλου ρίχνει τη πρώτη βολή της όταν το πολεμικό γλυστρώντας σα φάντασμα, πάνω στην ύγρή σκοτεινιά, άρχίζει να ξερνά τις φωτιές του…Μιά φωτεινή κόλαση γεμίζει τη νύχτα. Το έχθρικό καράβι μας πλησιάζει μ΄όλη του την ταχύτητα. Οι τροχιοδεικτικές βολές θαμπώνουν τα μάτια μου σαν άσημένιες ραφές σε μαύρο ύφασμα. Ή θάλασσα γύρω μας βράζει… Τα βλήματα χτυπούν πάνω στις καμπυλωτές έπιφάνειες ,στη γέφυρα και βυθίζονται στα νερά μ΄έναν ύπόκωφο παφλασμό .Άπό τους ναύτες της όμοχειρίας δυό μονάχα μένουν, οι άλλοι είναι χτυπημένοι πάνω στο κατάστρωμα, Για μια στιγμή βλέπω το κυβερνήτη να στέκεται πίσω τους .Τά πολυβόλα του εχθρού ούρλιάζουν . Μαζύ του τους βοηθάμε να γιομίσουν. Ξαφνικά φέρνει το χέρι του στην κοιλιά. Το πελώριο σώμα του κάνη μια τελευταία προσπάθεια να σταθή ύστερα διπλώνεται στα δύο…μ΄ένα γδούπο βαρύ πέφτει στη γέφυρα δίπλα στο κανόνι. Κυττώ το καράβι είναι λίγες δεκάδες μέτρα μπροστά…Σε λίγο θα μας έμβολίση…Δεν μένει καιρός πιά.. Πέφτω στη θάλασσα…

–.Σιωπά, το πρόσωπο του είναι αναμμένο. Ή άνάσα του είναι γρήγορη

.—Κι΄ύστερα τι έγινε ; τον ρωτώ.

 —Κολυμπούσα δυό ώρες. ΄Ημουνα τραυματισμένος, μα δεν το είχα καταλάβει πάνω στη μάχη. Το αίμα έτρεχε απ΄τις πληγές μου. Τα μεσάνυχτα, την ώρα πού έχανα τις τελευταίες δυνάμεις μου, μας μάζεψαν οι Γερμανοί. Σε δυό μήνες είμουνα στη Γερμανία στο στρατόπεδο του Μαρλάακ. Σταμάτησε, ξανά μερικές σταγόνες κατρακυλούν απ΄το μέτωπό του .Το βλέπω πως είναι κουρασμένος. Μα κάνω μια τελευταία έρώτηση:

—Ποιος ήταν ο καπετάνιος σου; Με κυττά σα να με λυπάται για την άγνοιά μου.

 –Δεν ξέρεις τον καπετάνιο του ΚΑΤΣΩΝΗ;… Δεν ξέρεις τον  Λάσκο; Τον Βασίλη Λάσκο;

 Δε λέω τίποτα πιά. Σηκώνουμαι. Νοιώθω πώς δεν έχω καμμιά θέση εκεί. Τον άφίνω μονάχο στο μυστικό δείπνο του…Το καρρέ είναι γεμάτο από θύμισες, άπό φωνές μυστικές, άπό νοσταλγίες, άπό άνθρώπους, δικούς του άνθρώπους, πού έζησαν σε μια ήρωϊκή  εποχή,πού δόθηκαν στο ματωμένο της ίλιγγο, πού  πέθαναν. Τον άφίνω μονάχο μαζύ με τη δική του μνήμη, μαζύ με τις γκρίζες στάχτες των σιγάρων, τη μαύρη πεταλούδα της νύχτας πού κοίτεται με καψαλισμένα φτερά πάνω στο τραπέζι, μαζύ με τον άνεμο πού μανιάζει, με τη θάλασσα πού βογγά  άπελπισμένα  πέρ΄άπ΄το κάβο.

 Ζ.ΣΤΑΛΙΟΣ Έφ.Ύποκ.Α΄ Ν/Α «ΚΑΡΤΕΡΙΑ»  (Η φωτογραφία του εξωφύλλου:στο κατάστρωμα του Ίστορικού «Κατσώνη» ό Βασίλης Λάσκος με το Σημαιοφόρο Λαμπρινούδη) .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: