ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ  ΣΑ/ΣΜΥΝ

 

Ο Σύνδεσμός μας οργάνωσε και πραγματοποίησε ομιλία στα γραφεία του με ομιλητή τον συνάδελφο ε.ε. Αρχικελευστή (Νοσ.) Ιωάννη Κατσαβό. Θέμα της ομιλίας ο μεγάλος Φιλέλληνας  ΑΣΤΙΓΞ και η προσφορά του στον Εθνικό Αγώνα του 1821.

Ευχαριστούμε τον κ. Κατσαβό για εμπεριστατωμένη του ομιλία ,και του ευχόμαστε

συνέχεια στην ιστορική του εντρύφηση, με την οποία επιτυχώς ασχολείται.

Οι πολλές του ομιλίες με θέματα Ναυτικού περιεχομένου, που παρουσιάζει σε

Ναυτικούς χώρους και όχι μόνο, τον έχουν καταξιώσει.

            Πλοίαρχος ΦΡΑΝΚ ΑΜΠΝΕΫ ΑΣΤΙΓΞ (1794-1828)

                                      Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΦΙΛΕΛΛΗΝΑΣ

                           και οι τελευταίες του ναυτικές επιχειρήσεις

του Ιωάννη Κατσαβού

Υπαξιωματικού Π.Ν. – Νοσηλευτή

Ο ήρωάς μας, δευτερότοκος γιος του Άγγλου Στρατηγού και Βαρωνέτου Καρόλου Άστιγξ, γεννήθηκε το 1794 και υπηρέτησε στο Βρετανικό Ναυτικό από τη νεαρότατη ηλικία των 11 ετών. Το 1805 έλαβε μέρος στην ξακουστή ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, κατά την οποία οι Βρετανοί, ως γνωστόν, υπό τον περιώνυμο Ναύαρχο Οράτιο Νέλσων κατεναυμάχησαν τη Γαλλο-ισπανική αρμάδα. Ο Άστιγξ, χάρη στις ικανότητές του, ανήλθε γρήγορα στο βαθμό του Πλοιάρχου. Αλλά, από ασήμαντη αιτία και προφανώς για εμπαθείς λόγους, απομακρύνθηκε από το Αγγλικό Πολεμικό Ναυτικό περί το1820.

Όμως, ο δυναμικός και πείσμων Πλοίαρχος δεν  «κατέθεσε τα όπλα«. Αμέσως μετά, ως απόστρατος, πήγε στη Γαλλία όπου πήρε μαθήματα σύγχρονης πυροβολικής και εκεί, μαθαίνοντας την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και διαπνεόμενος από έντονες Φιλελληνικές και Φιλελεύθερες ιδέες, έφθασε στις αρχές Απριλίου του 1822 στην εξεγερμένη Ελλάδα. Εν συνεχεία, αφού ξεπέρασε τις σοβαρές επιφυλάξεις των Ελληνικών Αρχών, αποβιβάσθηκε στην Ύδρα και τον Μάιο του 1823, σε αναγνώριση των προσόντων του, διορίσθηκε «αρχηγός της πυροβολικής οπλοφορίας δια την εκστρατείαν της νήσου Κρήτης», η οποία, όμως, τελικά ματαιώθηκε.

Το 1824, ο Άστιγξ, άτομο ανήσυχο και διορατικό, υπέβαλε υπόμνημα και επέμενε για την κατασκευή ατμοκίνητου πολεμικού πλοίου, ώστε να αποκτήσουμε την κατά θάλασσα υπεροπλία. Ως απόρροια των προσπαθειών του, καθώς και κάτω από την προσωπική του επίβλεψη και την συμμετοχή στη δαπάνη, ναυπηγήθηκε στην Αγγλία μέχρι τον Μάιο του 1826 η περίφημη «Καρτερία» (Perseverance). Επρόκειτο για μια

εξαιρετικά ευέλικτη, χαμηλή κορβέτα 233 τόννων, ανέπτυσσε ταχύτητα 6 μιλίων την ώρα και ήταν οπλισμένη με 8 σύγχρονα βαριά πυροβόλα, των 68 λίτρων, είχε δε πλήρωμα 185 ανδρών.

Ήταν το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο του εθνικού στόλου, στο οποίο ορίσθηκε ο ίδιος πρώτος κυβερνήτης στις 8 Οκτωβρίου 1826.

Το νεότευκτο πολεμικό πλοίο επικεφαλής μικρού στολίσκου ανέλαβε γρήγορα δράση από τις αρχές του 1827, και ήταν το πρώτο στο είδος του παγκοσμίως. Διακρίθηκε κυρίως: στην επιχείρηση στον Πειραιά-Φάληρο, τον Ιανουάριο, στον βομβαρδισμό στην Σκάλα του Ωρωπού, τον Μάρτιο, στην καταδρομική ενέργεια στον Παγασητικό Κόλπο, τον Απρίλιο, στην απόπειρα προσβολής του Αιγυπτιακού Στόλου στην Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο, στην πρώτη και αποτυχούσα προσπάθεια κατάληψης του Βασιλαδιού στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, στις αρχές Σεπτεμβρίου, στην αμέσως μετά νικηφόρο σημαντική ναυμαχία της Ιτέας περί τα μέσα Σεπτεμβρίου και κατόπιν στη βύθιση Αυστριακού τραμπάκουλου στην Πάτρα, τον Οκτώβριο το οποίο μετέφερε εφόδια στην Τουρκική φρουρά. Και τέλος, στις επιχειρήσεις στην Δυτική Ελλάδα, που επισφράγισε ο ένδοξος θάνατός του και για τις οποίες, εν συνεχεία, συνοπτικά θα αναφερθούμε. Αναθέρμανση του Αγώνα στη Δυτική Ελλάδα Ειδικότερα, τον Νοέμβριο του 1827, ο ήδη διορισμένος από τις 29 Μαρτίου – για να γεφυρωθούν οι έντονες αντιθέσεις περί των «πρωτείων« μεταξύ των επιφανών Ελλήνων οπλαρχηγών – αρχιστράτηγος των δυνάμεων ξηράς, Άγγλος φιλέλληνας

στρατηγός Ρίτσαρντ Τσωρτς (1784-1873), ανέλαβε την αποστολή να αναζωπυρώσει την επανάσταση στη Δυτική Ελλάδα.

Πράγματι, ο Τσωρτς και ο Σουλιώτης στρατηγός Κώστας Μπότσαρης με 1400 περίπου άνδρες, κυρίως Σουλιώτες και Δυτικορουμελιώτες, ξεκινώντας από την Κόρινθο, μετά από περιπετειώδη και κοπιώδη πορεία, με ενδιάμεση στρατοπεδεία

στα Καλάβρυτα, έφθασαν περί τα μέσα Νοεμβρίου 1827 στην Κάτω Αχαΐα. Από εκεί με τον Ελληνικό υπό τον Άστιγγα στολίσκο του Κορινθιακού Κόλπου, διαπεραιώθηκαν διαδοχικά χωρίς προβλήματα μέχρι το Α’ 10ημερο Δεκεμβρίου στην

περιοχή του Δραγαμέστου (Αστακός), όπου ίδρυσαν στρατόπεδο και ανέλαβαν στρατιωτική δράση. Έναρξη των Επιχειρήσεων στη Δυτική Ελλάδα

Ωστόσο, από τη διεξαγωγή των πρώτων επιχειρήσεων, ο Τσωρτς και ο Άστιγξ – χωρίς να είναι και ανέφελη η συνεργασία τους – συνειδητοποίησαν, ότι για να εδραιωθούν στην ευρύτερη περιοχή, κρίνοταν απαραίτητη η κατάληψη αρχικά του

Αιτωλικού, το στήριγμα του βόρειου τμήματος της ομώνυμης λιμνοθάλασσας και ύστερα του Μεσολογγίου, που θα χρησίμευε σαν κύρια βάση υποστήριξης των επιχειρήσεών τους.

Για το σκοπό, όμως, αυτόν, επιβαλλόταν η σύμπραξη τόσο χερσαίων στρατευμάτων, όσο και κυρίως θαλασσίων δυνάμεων, οι οποίες θα ενεργούσαν πρώτα για την κατάληψη του κλειδιού της λιμνοθάλασσας, της οχυρωμένης νησίδας του Βασιλαδιού. Οπότε μετά θα εισέπλεαν στη λιμνοθάλασσα και θα επιχειρούσαν για την ανάκτηση αρχικά του Αιτωλικού, και ύστερα του Μεσολογγίου. Πράγματι, ο Άστιγξ, ο «πλέον παρά Έλλην» – κατά την «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» – και κατ’ άλλη έκφραση «ο χρησιμώτατος των Φιλελλήνων», πέτυχε μετά από

επανειλημμένες προσπάθειες και παρά τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, να καταλάβει στις 27 Δεκεμβρίου 1827 το Βασιλάδι μετά από εύστοχο κανονιοβολισμό της Καρτερίας. Και μάλιστα κατά τον ίδιο τρόπο που είχε πέσει στα χέρια των Αιγυπτίων

στις 25 Φεβρουαρίου 1826, με την ανατίναξη της αποθήκης πυρομαχικών. Από την τουρκική φρουρά αιχμαλωτίσθηκαν 31, ενώ «οι ελλείποντες εκ των 40 ή 50 εφθάρησαν…». Το γεγονός αυτό, ήταν ο «αρραβώνας της ελευθερίας της Ρούμελης», όπως χαρακτηριστικά το αποκάλεσε ο Διονύσιος Κόκκινος. Κατόπιν, ο Τσωρτς έσπευσε να εγκαταστήσει στο Βασιλάδι φρουρά 71 ανδρών – οι 47 Μεσολογγίτες – υπό τον Μεσολογγίτη 500αρχο Γεώργιο Θωμόπουλο ηλικίας 30 ετών.

Εν συνεχεία, όμως, αναγνωριστική προσπάθεια του Άστιγγος με πλοιάρια να προσεγγίσει το Αιτωλικό, ανακόπηκε, λόγω ισχυρής εχθρικής αντίδρασης, ασυντόνιστης ενέργειας με χερσαία τμήματα, έλλειψης επαρκών δυνάμεων, αλλά και

δυσμενών καιρικών συνθηκών. Ύστερα, θα επικρατήσει 3μηνη περίπου ανάπαυλα των επιχειρήσεων, λόγω του επελθόντος χειμώνος, αλλά και της αφίξεως τον Ιανουάριο του 1828 του πρώτου Κυβερνήτου μας Ιωάννη Καποδίστρια. Και τον οποίο ο Άστιγξ έσπευσε να συναντήσει στον Πόρο. Τον Μάρτιο 1828 ο Άστιγξ, μετά από ανάθεση σ’ αυτόν σχετικής εντολής, παρέδωσε στον Κυβερνήτη μελέτη για την οργάνωση του Ναυτικού, όπου, ανάμεσα στα άλλα, έγραφε: «Όποιος αποβλέπει στο στρατιωτικό επάγγελμα για να πλουτίσει είναι ανάξιος να γίνεται Αξιωματικός».

Κατόπιν, γύρισε στο Λουτράκι που είχε ελλιμενισθεί η «Καρτερία» (υπενθυμίζεται ότι δεν είχε ακόμη διανοιγεί ο Ισθμός της Κορίνθου) και περί τα τέλη Απριλίου 1828 με το στολίσκο του κατευθύνθηκε προς το Βασιλάδι, επειγόμενος να συμμετάσχει στην επιχείρηση ανάκτησης αρχικά του Αιτωλικού, και μετά του Μεσολογγίου.

Προσπάθεια Κατάληψης του Αιτωλικού

Ήδη ο Τσωρτς, στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν έμεινε αδρανής, αλλά, είχε προλειάνει το έδαφος, στην περίοδο από 10- 12 Απριλίου. Συγκεκριμένα, είχε κατορθώσει, μετά από σκληρό αγώνα, να καταλάβει τα ζωτικά προ του Αιτωλικού νησίδια του Πόρου και του Ντολμά με μικρά πλοιάρια. Και σε αυτά είχε εγκαταστήσει 4 πυροβόλα των 12 λιτρών υπό τους φιλέλληνες λοχαγούς Ελβετό Κνωπ και Πολωνό Οτβόρσκη, καθώς και εκτοξευτές πυραύλων (ρουκετών), υπό τον λοχαγό Νότσιτς. Παράλληλα, είχε περισφίξει το Αιτωλικό με δυνάμεις της χιλιαρχίας του Ευμορφόπουλου και με τακτικό στρατό και πυροβόλα υπό τον Φιλέλληνα Ιταλό Ταγματάρχη κόμηταΜπρόλια.

Ο Άστιγξ, φθάνοντας στην περιοχή στις 28 Απριλίου, χωρίς χρονοτριβή, πήγε συνοδευόμενος από επιτελείς του με πλοιάριο στο στρατόπεδο του Τσωρτς και κατέληξαν, ώστε η κύρια προσπάθεια να εκδηλωθεί από την πλευρά της λιμνοθάλασσας. Σε υλοποίηση αυτής της απόφασης, ο Άστιγξ, αρχικά στις 3

Μαΐου χρησιμοποίησε κατά του Αιτωλικού Κονγκρεβιανούς πυραύλους, ένα είδος πυριφλεγών βολίδων, που είχε εφεύρει ο Άγγλος συνταγματάρχης Κόνγκρεβ, οι οποίοι, σύμφωνα με την «Γενικήν Εφημερίδα», «επροξένησαν όχι μικράν βλάβην εις τον εχθρόν», ενώ από άλλες πηγές τα αποτελέσματα χαρακτηρίσθηκαν ως πενιχρά, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο Άστιγξ.

Κατόπιν, στις 11 Μαΐου και αφού μετέφεραν με πλοιάριο από την «Καρτερία», η οποία δεν μπορούσε να πλεύσει στα αβαθή νερά, πυροβόλο των 68 λιτρών, το έταξαν σε παρακείμενο νησίδιο, και αποφάσισαν να καταλάβουν με έφοδο την πόλη.

Το σχέδιο, προέβλεπε πρώτα κανονιοβολισμό κατά του ισχυρότερου οχυρώματος του εχθρού που είχε επισημανθεί και ύστερα απόβαση με δυνάμεις του χιλίαρχου Ευμορφόπουλου και άλλων αγημάτων από τις φρουρές ΑηΣώστη και Βασιλαδιού. Η

«Γενική Εφημερίς της Ελλάδος» αναφέρει σχετικά: «Δεκατρία μονοκάνονα, οι του ατμοκινήτου λέμβοι και τινα πλοιάρια εστέκοντο εις τα θέσεις των …», δηλαδή βρίσκονταν σε ετοιμότητα αναμένοντα το σύνθημα για την εξόρμησή τους.

Ο Άστιγξ, διέταξε να αρχίσει σφοδρός κανονιοβολισμός, αλλά προτού να δώσει το παράγγελμα για την εξόρμηση του στολίσκου, είδε ξαφνικά τα πλοιάρια να προχωρούν. Ατυχώς, μερικοί άτακτοι, που είχαν βρεθεί στην παραλία, πήδησαν στις

βάρκες με σκοπό τη λαφυραγωγία και παρέσυραν τους άλλους.

Αμέσως, ο Άστιγξ, έσπευσε με μια μεγάλη βάρκα για να διευθύνει ο ίδιος εκ του σύνεγγυς την επιχείρηση.

Και συμπληρώνει ο Ευμορφόπουλος στα ΄΄Απομνημονεύματά΄΄ του: «Επιπέσαμεν με μεγάληνορμήν, αλλά οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει περιφράγματα με πασσάλους και τα πλοία δεν ηδυνήθησαν να πλησιάσουν εις την ξηράν». Τα πλοιάρια, προφανώς, είχαν ακινητοποιηθεί, υποκείμενα στα δραστικά πυρά των αμυνομένων.

Η «Γενική Εφημερίς» εδώ σημειώνει: «Εν τω μέσω του αδιακόπουαντιπυροβολισμού, το πλοιάριον, το φέρον τα πολεμοφόδια και τας καυστικάςύλας, εξαφθένεχάθη» και συνεχίζει «…κανόνιον πλήρες σφαιριδίων ρίπτεται κατά της μεγάλης του ατμοκινήτου λέμβου και πληγώνει εκτός δυο των

του πληρώματος και τον γενναίονΆστιγγα, τον αρχηγόν της εφόδου, βαρέως εις την αριστεράν χείρα, όστις αν και πληγωμένος προσεκαρτέρει…» και καταλήγει: «Εις ταύτην την μάχην αγνοείται η ζημία του εχθρού, εκ δε των ημετέρων εις μόνον εφονεύθη, ο αρχηγός των εθνικών μονοκάνονων Ανδρέας Παπαπάνου Υδραίος, και είκοσι επληγώθησαν». Ενώ, σύμφωνα με άλλη πηγή, έπεσε μαχόμενος και ο Επικεφαλής των Τακτικών Ιταλός Κόμητας φιλέλληνας Ταγ/ρχηςΜπρόλια.

Μετά απ’ αυτήν την άτυχη εξέλιξη, η επιχείρηση ανεστάλη και ο στολίσκος επέστρεψε στη βάση του, ενώ ο Άστιγξ μεταφέρθηκε στην «Καρτερία» στο Βασιλάδι. Η πληγή του Άστιγγος δεν θεωρήθηκε, στην αρχή τουλάχιστον, σοβαρή. Σε επιστολή του από το Βασιλάδι στον Μαυροκορδάτο στις 13 Μαΐου, όπου περιγράφει τη μάχη, δεν κάνει ιδιαίτερη αναφορά για το τραύμα του, αλλά υποβάλλει κατάσταση τραυματιών με τρίτο το όνομά του και ζητεί χειρουργό, γιατί «εις το πλοίον είμεθα τόσοι πληγωμένοι».

Στις 16 Μαΐου, ο Άστιγξ σε νέα επιστολή του στον Μαυροκορδάτο, παραβλέποντας το τραύμα του και κυριαρχούμενος από υπερβάλλοντα ζήλο για την ολοκλήρωση της αποστολής του, έγραφε ότι:

Αν ο Τσωρτς κατόρθωνε να συγκεντρώσει τα σώματα του Ράγκου, του Στάικου, του Μακρυγιάννη Κραβαρίτη, τη χιλιαρχία Ζέρβα, καθώς και το υπόλοιπο τμήμα του

Ευμορφόπουλου, θα μπορούσε ο ίδιος, ο Άστιγξ, να μεταφέρει 4 κανόνια στο οχύρωμα κοντά στο Αιτωλικό και να προωθήσει στο λιμάνι το πλοίο «Ελβετία» και δυο πλοία με μυδραλλιοβόλα, ώστε να καλυφθεί η απόβαση του στρατού.

Πίστευε πως σε 3-4 ημέρες θα ήταν τελείως καλά και θα ανελάμβανε ο ίδιος την διεξαγωγή της επιχειρήσεως. Παράλληλα, η Κυβέρνηση, μόλις έλαβε γνώση των

γεγονότων, έστειλε στις 16 Μαΐου από τον Πόρο συγχαρητήριο έγγραφο στον Άστιγγα, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνην της σ’ αυτόν και τους συνεργάτες του, για τις προσπάθειές τους.

Επιδείνωση του τραύματος και θάνατος του Άστιγγος

Το τραύμα του Άστιγγος, ωστόσο, δεν ήταν τόσο επιπόλαιο, η μόλυνση προχωρούσε και ο χειρούργος δεν είχε ακόμη φθάσει στο Βασιλάδι. Στις 18 δυνατοί πόνοι στα νεφρά έπιασαν τον ήρωά μας, οπότε τον διακόμισαν επειγόντως στην Ζάκυνθο και

εκεί στο λιμοκαθαρτήριο της πόλης στις 20 Μαΐου στις 8 το βράδυ άφηνε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 34 ετών.

Με συντριβή, ο ύπαρχος της «Καρτερίας» και μετέπειτα Κυβερνήτης της, Ιωσήφ Φαλάγκας ανέφερε εγγράφως στον Μαυροκορδάτο το θλιβερό άγγελμα για το θάνατο του Άστιγγος, το πρωί της 21 ης Μαΐου 1828, σημειώνοντας: «…Δεν επεθύμουν βέβαια να ευρεθώ εις περίστασιν τοιαύτην, ώστε να σας γίνω αποφράδος αγγελίας μηνυτής!» Η σορός του μεταφέρθηκε με το πολεμικό πλοίο «Ελβετία» στο Λουτράκι και κατά τη διέλευση πεζή του Ισθμού προς το Καλαμάκι, κανονιοβολούσαν τα παρατυχόντα πλοία, καθώς και τα πυροβόλα του Ακροκορίνθου, ενώ συνόδευε το λείψανό του τάγμα στρατιωτών. Κατόπιν, με το μίστικο «Αθηνά» από το Καλαμάκι, συνέχισε στην Αίγινα, όπου βαλσαμωμένος τοποθετήθηκε στην κρύπτη της εκκλησίας του Ορφανοτροφείου, που είχε πρόσφατα ιδρύσει ο Καποδίστριας.

Η επίσημη κηδεία του έγινε τον επόμενο χρόνο, στην επέτειο του θανάτου του, στον Πόρο, όπου μεταφέρθηκε η σορός του με την αγαπημένη του «Καρτερία», στην οποία επέβαινε ο Καποδίστριας, με συνοδεία μοίρας πολεμικών πλοίων.

Τον επικήδειο, σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα και με πάνδημη συμμετοχή, εξεφώνησε ο πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδος, ο αποκληθείς ρήτορας της Επαναστάσεως, Μεσολογγίτης Σπυρίδων Τρικούπης. Η καρδιά του Άστιγγος έχει ταφεί στην Αγγλικανική Εκκλησία των Αθηνών, ενώ τόσο το Αιτωλικό όσο και το

Μεσολόγγι έχουν τιμήσει εθνοπρεπώς τον ήρωα, με την ανέγερση σε περίοπτες θέσεις επιβλητικών και καλαίσθητων προτομών, αλλά και με την ονοματοθεσία οδών.

Ο Άστιγξ – σύμφωνα με κείμενο εποχής – «κατέλιπεν μνήμην ανεπίληπτον αφιλοκερδούς Φιλελληνισμού, ενδόξων υπέρ ελευθερίας αγώνων και ακεραίου χαρακτήρος». Η Ελλάδα ήταν η δεύτερη πατρίδα του.

Επίλογος

Έτσι, το Αιτωλικό, αλλά και το Μεσολόγγι, εξαιτίας προφανέστατα του μοιραίου τραυματισμού και του εν συνεχεία αδόκητου θανάτου του Άστιγγος, αν και η ιστορία δεν στηρίζεται σε εικασίες άλλά στοιχειοθετείται με γεγονότα, παρέμειναν ακόμη ένα χρόνο υπόδουλα στα χέρια των Οθωμανών. Τελικά, απελευθερώθηκαν οριστικά με την ίδια συνθήκη στις 2 Μαΐου 1829, οπότε άρχισε σταδιακά, και για χρόνια η επανεγκατάσταση των διασωθέντων πολυπαθών κατοίκων τους, και η επανίδρυση των δύο γειτονικών και αδελφών πόλεων.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: