ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ Π.Ν.

 

                                        ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΩΡΟ

Το πιο κάτω αφήγημα που ακολουθεί. είναι από το βιβλίο του Γιώργου Σπορίδη

΄΄ Ναυτικές Ιστορίες ΄΄ που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1959΄. Ο συγγραφέας που υπηρέτησε την περίοδο 1941-1945 ως έφεδρος σημαιοφόρος σε πολεμικό πλοίο.

περιγράφει στο βιβλίο αυτό τη ζωή των ελληνικών πληρωμάτων την περίοδο εκείνη..

Το κείμενο παρατίθεται ακριβώς ως έχει το πρωτότυπο, και δημοσιεύτηκε στη Ναυτική Επιθεώρηση Σεπτ-Οκτ-Νοε.2016 τεύχος 597 από όπου και το αναδημοσιεύουμε με την άδεια τoυ Διευθυντού της Υ.Ι.Ν. Πλοιάρχου Λεωνίδα

Τσιαντούλη τον οποίον και ευχαριστούμε.   Απολαύστε το:

ΜΕΣΑ σ΄όλο το Ναυτικό δέν υπήρχε πιό αγαπητός άνθρωπος άπ΄ τόν αρχικελευστή  τόν Βαγγέλη τόν Κρίκο. Αυτό τό ξέρανε κ΄οι λαμαρίνες ακόμη καί τά συρματόσχοινα τής τσιμινιέρας, πού δέν φημίζονται γιά έξυπνάδα. Πού ήταν ό Βαγγέλης καί δέν ήτανε χαμόγελο ; Πού ήταν ό Βαγγέλης καί δέν ήτανε καλή  καρδιά ;.Ωρκιζόντουσαν στό όνομα του οί ναύτες. Σκοτωνόντουσαν νά τόν έξυπηρετήσουν οί ύπαξιωματικοί.

Κι΄ο κυβερνήτης, παραβλέποντας κανονισμούς κ΄έθιμοτυπίες, τόν φώναζε στό δωμάτιό του καί τόν κέρναγε καφέ.

    Ένάμισυ χρόνο τόν είχε όπλονόμο τό καράβι. Κ΄ένάμισυ χρόνο ποινή, τιμωρία δέν είχε ίδή ό κόσμος. Λευκό τό ποινολόγιο άπ΄τόν Βαγγέλη. Κι΄όταν άξιωματικός κανείς τού έστελνε όνομα γιά τιμωρία, στά πόδια έπεφτε ο Βαγγέλης καί παρακάλαγε :

 —Άστον, κύριε ανθυποπλοίαρχε. Άστον, πού σού λέω. Ξεπεταρούδι είναι καί θά στρώση. Μήν τόν στέλνης μπαλαούρο καί τόν άναλαμβάνω έγώ.

     Ποιός νά τού χαλάση τό χατήρι ;  Ποιός νά τού πή  <<όχι >> ;

—-Έχει καλώς, βρέ Βαγγέλη, Άλλά θά τούς χαλάσης τούς ναύτες καί νά τό ξέρης !

  Τσιμουδιά  ό Βαγγέλης, Μόνο φώναζε τόν ταραξία καί τού μίλαγε όπως μόνον έκείνος ήξερε νά μιλάη στίς άπλοϊκές ψυχές:

—Άκουσε βρέ! Σ΄έγλύτωσα ! ¨Αλλ΄άν είσαι άντρας, άν έχης φιλότιμο, νά μέ βγάλης άσπροπρόσωπο ! Τίποτε άλλο δέν σού λέω ! Τράβα !

Και είχαν φιλότιμο όλοι τους.Καί ήταν άντρες. Κ΄έβγαζαν τόν Κρίκο άσπροπρόσωπο,

Τόσο άσπροπρόσωπο. Πού τόν θαύμαζε κι΄αύτός ό κυβερνήτης.

—Σπουδαίος είσαι. Ρέ Βαγγέλη ! Κρίμα. πού δέν μπήκες στή Σχολή. Ναύαρχος θά έφτανες. Χαμογελούσε ό Βαγγέλης, Πλατιά. Άνοιχτόκαρδα. Όπως μόνον αύτός ήξερε.

—-Δέν βαρυέσαι, κύριε κυβερνήτα. Τό όλόκληρο νά πάρουμε κ΄εύχαριστημένοι είμασστε. Τό όλόκληρο. Τό όλόκληρο γαλόνι τού σημαιοφόρου κι΄όχι τό μισό τού Άρχικελευστού. Αύτό ήταν τό όνειρο τού Κρίκου. Μ΄αύτό κοιμώταν. Μ΄αύτό ξημερωνόταν. Αύτό μάς κοπάναγε διαρκώς:

—-Τό όλόκληρο. Ρέ παιδιά κι΄άς πεθάνω !

Νά γίνη άξιωματικός ! Νά μπή στό καρρέ μέ τό σπαθί του κι΄όχι στά μουλωχτά καί στά κρυφά. Γιατί τόν φώναζαν οί άξιωματικοί. Παραβιάζοντας γιά χατήρι του τούς πιό βασικούς κανονισμούς τού Ναυτικού. Αύτό  έπιθυμούσε ή πλατειά καρδιά του

Βαγγέλη. Κι΄αύτό τού εύχόντουσαν όσοι τόν άγαπούσαν.Όλο τό καράβι.

 Πέρασε κάμποσος καιρός. Κ΄ένα πρωί. Έκεί κατά τίς δέκα. Φάνηκε ο Βαγγέλης καί περπάταγε σάν μεθυσμένος.Φάνηκε ό Κρίκος στό πάνω κατάστρωμα καί λές πώς τά πόδια του τόν πηγαίνανε κι΄όχι αυτός  έκείνα. Στό διπλανό παραπέτο στεκόταν ό ύπαρχος κι΄άγνάντευε τό λιμάνι .Ούτε πού τόν χαιρέτησε ό Κρίκος αύτός ό τόσο τυπικός. Μόνο τόν έπιασε άπ΄τό μπράτσο καί τόν τράνταξε :

—Κύριε ύπαρχε, νά ίδώ τόν κυβερνήτη !

Πήγε ό ύπαρχος νά πή κάτι . Άλλά τόν είδε παραζαλισμένο καί δέν είπε λέχι. Ή μάλλον άνοιξε τό στόμα καί είχε μονάχα μιά κουβέντα :΅

 —Έλα !

Μπήκε στό δωμάτιο τού καπετάνιου ό ύπαρχος κ΄έμεινε μισό λεπτό. Στόν κυβερνήτη ένός πολεμικού δέν παρουσιάζεται όποιος θέλει. όποτε θέλει . Άλλ΄ό Κρίκος ήταν ό Κρίκος. Κ΄έγινε ή έξαίρεσις.

—Τι τρέχει, Βαγγέλη ;

— Ή Άννούλα. Κύριε κυβερνήτα. Ή Άννούλα καί τά παιδιά περάσανε  άπέναντι κ΄έρχονται !

Ποιός δέν ήξερε τήν  Αννούλα καί τά παιδιά; Μαζί μέ τό γαλόν, ήτανε οί άλλοι τρείς όλόκληρη  ή ζωή τού Βαγγέλη. Ή γυναίκα του, ό μικρός γυιός καί ή κορούλα του.

Φωτογραφία τούς είχε ψηλά στό είκονοστάσι.Φύλαγε καί τό γροσάκι γιά χατήρι τους.

Καί τώρα είχανε περάσει άπέναντι  κι’ έρχόντουσαν. Άπέναντι ; Μιά κουβέντα, Άπ΄το Καστελλόριζο δεν είναι παίξε-γέλασε να περάσης το μπουγάζι γιά την Τουρκιά. Νά, όμως, πού τό είχαν καταφέρει ! Και τώρα βρισκόντουσαν στό δρόμο.

Ένοιωσε ό Ύδραίος τή λαχτάρα,πού έκαιγε τά σωθικά του άνθρώπου πού είχε άπέναντί του. Νησιώτης ό ίδιος, θαλασσινός, τά καταλάβαινε, τά ζούσε κάτι τέτοια.

—Τά καλορρίζικα, βρέ Κρίκο ! Με τίς εύχές μου. Καλώς νά τούς δεχθής.

Καί σκύβοντα, γιά νά μή τόν άκούση ό ύπαρχος, πού στεκόταν κλαρίνο στήν πόρτα:

—Κι΄ άν θέλης τίποτα ψιλά, έδώ είμαστε!

Δέν ήθελε γρόσια ό Κρίκος. Άδεια ήθελε. Αύτός, πού δέν έβγαινε άπ΄το καράβι, ζήτησε να πατήση τη στεριά. Καί του τήν έδωσε ό καπετάνιος, χτυπώντάς τον στήν πλάτη:

—Κι΄όταν έλθουν, μέ τό καλό, νά τούς φέρης άπάνω νά τούς φιλέψουμε, Βαγγέλη.

  Το ίδιο άπόγευμα έφυγε ό άρχικελευστής, Φόρεσε τήν καλή του στολή άπό τσόχα,

κοτσάρησε τά παράσημα, έβαλε τό πηλήκιο στραβά καί τράβηξε γιά τό ντόκ.

Τον είδαμε πού έστριψε τή γωνία, λές καί πετούσε. Αυτός ό καραβόσκυλος.

  Δυό μέρες τόν χάσαμε τλον Κρίκο. Καί τήν Τρίτη μέρα τό απογεματάκι μιά σκιά μέ δυό κουτσούβελα φάνηκε νά πλησιάζη τό καράβι. Μπά ! Δέν ήταν ό Κρίκος άδελφέ !

Αύτός ό Κρίκος; Ό Κρίκος είναι λεβέντης ! Σέρνεται τούτος έδώ !Δέν είναι ό Βαγγέλης, ρέ παιδιά!

  Ήταν ό Βαγγέλης. Σκονισμένος.¨Αξύριστος. Μέ μάτι θολό. Μέ στόμα κλειστό καί σφραγισμένο. Κίτρινος σάν θειαφοκέρι .Κι΄άπό τό χέρι έσερνε δυό παιδιά, πιό πολύ πεθαμένα παρά ζωντανά.

  Χύθηκε ό κόσμος στό κατάστρωμα σά νά βάρεσε συναγερμός.  Ό Κρίκος; Κάτι κακό, ρέ παιδιά !

Ναι, κάτι κακό, πολύ κακό είχε συμβή.  Κι΄όρφανά τά έφερνε πίσω στό καράβι τά παιδιά του ό άρχικελευστής. Έκεί, στήν Παλαιστίνη έγινε. Καθώς περνούσε ή φάλλαγγα μέ τά γυναικόπαιδα, πλάκωσαν τά «Χαϊνκελ». Έφοδιοπομπή τά πέρασαν τά καμιόνια ; Ποιός ξέρει. Άνοιξαν τά πολυβόλα κ΄έχυσαν φωτιά.

Στο χαντάκι, δίπλα στόν φαρδύ άσφαλτοστρωμένο δρόμο, έμεινε ή Αννούλα. Χωρίς πνοή. Με δυό μικρές τρύπες στήν πλάτη. Δυό τόσες δά τρυπίτσες. Καί δυό παιδιά, πού σπαράζανε στο κλάμα.

  Τά πήρανε, τά φέρανε, τού τά παραδώσανε. Τί νά τά κάνη ; Πού νά τά πάη ;

Τό καράβι, τό σπίτι του καί τό καταφύγιό του. Καί τά έφερε άπάνω.

  Έτρεξε ό κυβερνήτης. Έτρεξε ό ύπαρχος. Πήγαν στό ¨Επιτελείο, πήγαν στόν ναύαρχο. Ίκέτευσαν, παρεκάλεσαν, αύτοί, οί ψημένοι στή θάλασσα καί στή φωτιά,

Για τά παιδιά, γιά τά όρφανά.΄Τούς άκουσε μέ προσοχή ό γέρος. Τον ήξερε τόν Κρίκο τόν εκτιμούσε. Άρπαξε τά τηλέφωνα, φώναξε, μίλησε, παρεκάλεσε μέ τή σειρά του.

Πρόθυμες οί κυρίες της Άλεξανδρείας. Έλληνίδες μέ τά όλα τους. Καί πήραν τά όρφανά στό όρφανοτροφείο τής Κοινότητος.

  Τά φίλησε ό καπετάνιος.  Καβάλλα στους ώμους κατέβασε την μικρή, την Άγγελικούλα , άπ΄το καράβι  ό ύπαρχος. Κι΄όταν ΄εφυγαν και σταθήκαμε να ξαποστάσουμε, να πάρουμε άναπνοή, μάθαμε πώς μας έφευγε κι΄ό Κρίκος. Γιά τήν Άγγλία. Κάποια σχολή, πού πήγαιναν και δικοί μας.

Να πάρω το όλόκληρο, κύριε κυβερνήτα, είπε καθώς έσφιγγε το χέρι του καπετάνου,

 Όχι για μένα. Για κείνα ! Καταλαβαίνεις ;

Καταλάβαινε. Κ΄έκείνος. Κ΄έμείς. Κι΄ όταν  ένα άπογεματάκι μάς έφυγε ό Βαγγέλης, μάς φάνηκε άδειο τ΄αντιτορπιλλικό.

Πέρασε καιρός. Ταξίδια. Περιπολίες. Και πάλι ταξίδια. Και πάλι περιπολίες. Κι΄ όποτε βρισκόμαστε στήν Άλεξάνδρεια, πηγαίναμε νά ίδούμε τά παιδιά: τόν Μάνο καί τήν Άγγελικούλα, πού μεγάλωναν παντέρημα, μονάχα, στή μεγάλη πολιτεία. Κι΄όλο κάτι τούς φέρναμε, όλο κάτι τά φιλεύαμε τά παιδιά τού Κρίκου. Τά παιδιά τού καραβιού.

    Πρωϊ, ξημερώματα, έμπηξε τη φωνή, σάν νά τόν χτύπησε μαχαίρι, ό μαρκονιστής  ό Νώντας. Κι΄ ώρμησε  άπ΄τον άσύρματο μ΄ένα χαρτί στό χέρι γιά τό δωμάτιο τού κυβερνήτη.

Τρόμαξε ό άλλος.

–Τι τρέχει βρέ ;

Άπλωσε τό χαρτί ό καλός ό Νώντας. Άπλωσε χέρι ό κατετάνιος νά τό διαβάση. Καί μέ τήν πρώτη ματιά τού έπεσε τό σήμα καταγής, σάν νά τού χτύπησε άστροπελέκι τό

χέρι.  Κ΄έλεγε τό χαρτί :

«Άρχικελευστής άρμενιστής Κρίκος Εύάγγελος έφονεύθη σήμερον έν Μάλτα κατά τήν διάρκειαν άεροπορικής έπιδρομής . Ούτος εύρίσκετο καθ΄ όδόν πρός Αλεξάνδρειαν».

   Σκοτώθηκε ό Κρίκος ! Ήταν πολλοί πού δεν θέλησαν νά το πιστέψουν. Κάποιο λάθος θα έγινε! Πήρε ό κυβερνήτης τά τηλέφωνα στον Άλφα Σίγμα. Ήταν άλήθεια .

Σταμάτησε στό γυρισμό στήν Μάλτα τό καράβι, πού τόν έφερνε άπ΄την Άγγλία, κ΄έκεί τόν βρήκε ό θάνατος. Όπως καί τήν Άννούλα του,πρίν λίγους μήνες. ΄Ο,τι γράφει δέν ξεγράφει ή άτιμη ή Μοίρα!

   Πένθος πλάκωσε στό καράβι. Σκουντούφλης κι΄άμίλητος ό κόσμος. Σιωπή, σάν νά κηδεύαμε άπάνω στίς λαμαρίνες τόν νεκρό. Κλείστηκε ό κυβερνήτης και δεν ήθελε νά ίδή κανένα. Άμίλητος ,κατακίτρινος, ό ύπαρχος, Κι΄άπάνω στή θλίψι καί τή σιγαλιά, νά φάνηκαν άπό μακρυά δυό σκιές.

   Τι τρέχει ;Τι συμβαίνει; Κυριακή, βρέ παιδιά ! Κυριακή! Ξεχάσατε ; Λησμονήσατε;

 Έρχονται. Έρχονται ό Μάνος κ΄ή Άγγελικούλα, έξη χρονών ό ένας,τεσσάρων ή άλλη, να φάνε στό καράβι όπως κάθε Κυριακή. Μέχρι τό ντόκ τά έφερνε κάποια κυρία. Κι΄άπό κεί  άνέβαιναν μονάχα, σοβαρά – σοβαρά, καθαρά, περιποιημένα.

    Άναστατώθηκε τα΄άντιτορπιλλικό. Ώρμησε ό κυβερνήτης στο άπάνω κατάστρωμα κ΄έβγαλε κραυγή φοβερή:

–Τό νού σας,μωρέ ! Τό νού σας! Σάν νά μή έγινε τίποτα ! Σάν νά μή συνέβη τίποτα ! Τον κρέμασα όποιον πή κουβέντα, όποιον δείξη ότι ΄εγινε ό,τι έγινε Τό νού σας Μήν κλάψουν οί μανάδες σας !

 Άνέβηκαν τά δυό παιδιά άπάνω. Καλώς τήν ΄Αγγελικούλα, καλώς τόν Μάνο !

Σκοτώθηκε ό κόά κανόνια ό πυράρχης, στά ραντάρ. Στό δωμάτιο τού πηδαλίου, Δικό τους τό καράβι έκείνη τή Κυριακή.

  Άνήσυχα φαινόντουσαν. Σαν κάτι να έψαχναν. Σάν κόποιον νά γύρευαν.Καί, τέλος,

Μετά πολλά, κοκκινίζοντας λιγάκι, πήρε το θάρρος ό Μάνος :

–Θέλουμε να ίδούμε τον καπετάνιο,

Τον καπετάνιο ; Μάλιστα. Αμέσως. Άγγελιαφόρος ! Τά παιδιά θέλουν τόν κυβερνήτη. Για τρέξε  !

 Στό καρρέ είχε κατέβει ό Ύδραίος. Καί κάτι κουβέντιαζε μέ τούς άξιωματικούς.

–Τά παιδιά ; Μάλιστα. Νά έλθουν.

 Έπήγαν, Μπήκαν μέ δισταγμό, σάν νά χτυπούσε πολύ ή καρδούλα. Πρώτα τό άγόρι. Μετά τό κορίτσι. Στάθηκαν έκεί, δίπλα στήν πόρτα. Γύρισαν καί τά κύτταξαν οί άξιωματικοί. Περίμενε ό κυβερνήτης. Τί τόν ήθελαν :

   Έκανε δυό βήματα έμπρός ό μικρός. Έρριξε  βλέμμα γύρω σάν νά ζητούσε κουράγιο. Κ΄έπειτα, τραβώντας μέ τό χέρι ένα μικρό δέμα άπ΄τήν τσέπη τής ζακέττας του, τό πρότεινα στόν κυβερνήτη. Ήταν ένα δέμα κακοφτιαγμένο, τυλιγμένο σε στρατσόχαρτα, δεμένο μέ χοντρό σπάγγο.

–Είναι γιά τόν μπαμπά , είπε άπλά. Γιά τόν μπαμπά, πού λείπει στόν πόλεμο.

–Είκοσι πλάκες σοκολάτα ,πρόσθεσε κελαϊδιστά ή μικρή, Μάς δίνουν άπό μισή κάθε μέρα, Τίς φυλάξαμε γιά τόν μπαμπά !

—Θα τού τίς στείλετε ; ρώτησε ό μικρός μέ άγωνία. Πολύ σάς παρακαλούμε νά τού τίς στείλετε. Καί νά τού πήτε πώς είναι άπό τόν Μάνο καί τήν Άγγελικούλα. Τις μαζέψαμε γι΄αύτόν.

  Έπαψαν τά γέλια. Έπαψαν οί φωνές. Έπαψαν οί ψίθυροι. Κίτρινος σάν τό φλουρί ό κυβερνήτης. Έκανε δυό βήματα μπροστά ! Έτρεμαν τά χείλη. Έκανε νά μιλήση καί κάτι σάν λυγμός βγήκε άπ΄τό λαρύγγι. Άπλωσε τό χέρι, φούχτωσε τό πακέττο.

–Έχει καλώς, Μάνο. Έχει καλώς, Άγγελικούλα, Θά τά στείλω στόν μπαμπά. Θά τού πώ ότι είσασθε καλά παιδιά. Ότι τόν άγαπάτε πολύ. Έχει καλώς Μάνο. Έχει καλώς, Άγγελικούλα.

  Ένας λυγμός δέν τόν άφησε νά πή περισσότερα. Γύρισε νά πάρη κουράγιο άπ΄τούς άλλους. Βουρκωμένα μάτια γύρω του.

Έσκυψε τό κεφάλι.

Τράβηξαν πρός τήν πόρτα τά όρφανά. Χαμόγελο ύπέρτατης χαράς ζωγραφιζόταν στά προσωπάκια. Έστριψαν κ΄έφυγαν.

 Τό καρρέ άδειασε σιγά – σιγά. Σιωπηλό. Άμίλητο.

  –Ύπαρχε, είπε σέ μιά στιγμή σιγά ό κυβερήτης. Ύπαρχε. Όταν βγούμε έξω. Στ΄άνοιχτά. Κατάλαβες ; «Έν κύματι θαλάσσης»  τό πακέττο. Καί νά μή ξεχάσουμε νά τό φωνάξουμε. Νά τό φωνάξουμε δυνατά :

«Είναι άπό τόν Μάνο καί τήν Άγγελικούλα»! . Ίσως άκούση…

ΣτΣ. Ο Γ.Σπορίδης ήταν από τους επιφανέστερους μεταπολεμικούς δημοσιογράφους. Αρθρογράφησε στις εφημερίδες: Εθνικός Κήρυξ, Καιροί και Έθνος, και με πολλές αποστολές στο εξωτερικό. Λογοτεχνικό του έργο το: ΄΄Ναυτικές Ιστορίες΄΄

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: