ΔΙΑΛΟΓΟΣ  ΚΑΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟΨΕΩΝ

 Γράφει ο Αντιπλοίαρχος (Ε) ε.α. Π.Ν.
Στέργιος Παπαδάς

      Όπως γνωρίζουμε όλοι, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον πάνω στη γη, που είναι προικισμένο με το Θείο Δώρο της ομιλίας. Άλλωστε σε αυτή τη δυνατότητα/ιδιότητά του, στηρίζεται και ο διάλογος, που είναι η ανταλλαγή απόψεων και ιδεών μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων, πάνω σ’ ένα θέμα που τους ενδιαφέρει.

     Σαν μέθοδος επίλυσης των διαφορών, της έρευνας και της αλήθειας, ο διά

λόγος έχει αφετηρία και ευρίσκει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και ιδιαίτερα στην  Αθήνα της  εποχής του  χρυσού αιώνα του  Περικλέους, καθώς  και  της ακμής της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας, με κυρίως εισηγητή το Σωκράτη και το μαθητή του Πλάτωνα. Μέσα από τους διαλόγους του Πλάτωνα όπου το κεντρικό πρόσωπο των συζητήσεων είναι ο Σωκράτης, αντλούμε και τα περισσότερα χαρακτηριστικά ενός καλού διαλόγου.

     Μία καλόπιστη και πολιτισμένη διαλογική συζήτηση, σκοπό έχει  να προσεγγίσουν οι  συνομιλητές μία κοινή συνισταμένη  γόνιμων ιδεών, κατόπιν παραμερισμού της προσωπικής των προβολής που παράγεται από εγωιστικές και εριστικές σκέψεις και που αποτελεί  μείζον ανθρώπινο ελάττωμα, έτσι ώστε  συναποδεχόμενοι νέα ωφέλιμα ευρήματα, να οδηγηθούν με ρεαλισμό σε μία ακαταμάχητη και περίτρανη αλήθεια. Η αλήθεια βέβαια, μπορεί εκ προοιμίου να θεωρηθεί εξασφαλισμένη, καθόσον ένας διάλογος, αφού διεξάγεται από τους συνομιλητές με πνεύμα καλής θελήσεως, ευπρεπή συμπεριφορά, τη χρήση ουσιωδών στοιχείων, την ύπαρξη  πολύπλευρων και εξειδικευμένων γνώσεων, την καλή μνήμη, την εμπειρία, τις πλούσιες αντιληπτικές ικανότητες και αφομοιωτικές δυνατότητες, προετοιμάζει κατάλληλα το έδαφος για μία δημιουργική κατάθεση απόψεων και επιτυχημένη έκβαση.

    Ως βασικά  χαρακτηριστικά γνωρίσματα  και προϋποθέσεις ενός καλού διαλόγου κατά κοινή ομολογία/παραδοχή θεωρούνται:

    –   Η ευπρέπεια των συνομιλητών, καθόσον οχυρώνει το διάλογο, ώστε να μην ξεφεύγει από τα όρια της ευγένειας και να μετατρέπεται σε απρέπεια και αγένεια.

    – . Να μην είναι ο  διάλογος προσβλητικός για τον καθένα των συνομιλητών  και να μη θίγει την προσωπικότητά τους.

    –   Η όλη συζήτηση, να μην έχει προσωπικό χαρακτήρα, ούτε να αναμειγνύει θέματα από την ιδιωτική ζωή των συνομιλητών, άσχετα από το συζητούμενο.

    –   Να γίνεται σε τόνο ήπιο, ήρεμο, πολιτισμένο και ψύχραιμο, χωρίς αντι-δικίες, οξύτητες και προσωπικές ύβρεις.

   –    Να μη στηρίζεται  σε προκατασκευασμένες ιδέες ή έτοιμα συνθήματα.

    –   Να  είναι μετρημένος  σοβαρός και αφανάτιστος, τηρώντας προς τούτο τα όρια της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού.

 –    Να γίνονται σεβαστές οι γνώμες και οι ιδέες των συνομιλητών, έστω και αν είναι διαφορετικές από τις δικές μας ή και ταπεινές και πρόχειρες, καθόσον η αναγνώριση  στον αντίπαλο/συνομιλητή του δικαιώματός του να καταθέσει την άποψή του, ακόμη και όταν αυτή είναι λανθασμένη, πηγάζει από τις βασικές αρχές και τους κανόνες αυτής της ίδιας της Δημοκρατίας.

    –   Να παραμερίζεται παντελώς το πνεύμα της μισαλλοδοξίας και της προ-κατάληψης, προκειμένου η συζήτηση να γίνεται με πρόθεση την ανταλλαγή απόψεων, για την  εύρεση της αλήθειας και την επίλυση των διαφορών, χωρίς να πηγάζει από ιδιοτελή κίνητρα ( όπως π.χ. συμφέρον, φιλοδοξία, επίδειξη, εγωισμό  κ.τ.λ.).

    –   Το συζητούμενο θέμα, θα πρέπει να ενδιαφέρει, τόσο τους συνομιλητές, όσο και το γενικό σύνολο.

    –  Οι  συνομιλητές  να επιμένουν  στις απόψεις τους, μέχρι του σημείου εκείνου  που θα πείθονται ότι, ο ένας έχει άδικο και ο άλλος δίκαιο.

   –   Να μην τελειώνει ο διάλογος πριν την εξάντληση ή την μη διευκρίνιση ορισμένων βασικών σημείων του εξεταζόμενου θέματος, ειδικότερα όταν στην πορεία της συζήτησης, αναδυθούν και ορισμένες αθέατες πτυχές ενός ζητήματος.

    -.  Να  δέχεται ο καθένας χωρίς οργή ή αγανάκτηση, την ανατροπή των απόψεών του και των επιχειρημάτων του, καθώς και ο άλλος την επικράτηση των δικών του, χωρίς κομπασμό και θεατρινισμό.

    –  Να γίνεται ο διάλογος με επιχειρήματα λογικά, αποδεικτικά  στοιχεία (εφόσον θα υπάρχουν), ορθή έκφραση η οποία επιτυγχάνεται από την ευρεία λεξικολογική γνώση, έτσι ώστε να διασφαλίζονται οι συνδιαλεγόμενοι  από τυχόν παρερμηνείες και παρεξηγήσεις  και όχι με φωνασκίες και υπεκφυγές ή τεχνάσματα.

    –    Όταν έκαστος των συνομιλητών, είναι ευθύς, τίμιος και ειλικρινής.

   –   Όταν το επίπεδο των συνομιλητών είναι ισοδύναμο περίπου και εξασφαλίζεται από τον διευθύνοντα τη συζήτηση (εφόσον θα υπάρχει) χρόνος ισηγορίας, χωρίς την οποιαδήποτε παρεμβολή ή διακοπή από οποιονδήποτε εκ των συνομιλητών, κατά την στιγμή κατάθεσης των απόψεων ενός εκάστου ομιλητή.

  Ένας καλός  και εποικοδομητικός διάλογος,  μπορεί να επιδράσει πολλές φορές καθοριστικά σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης και κοινωνικής δραστηριότητας  και η αξία του να αποδειχθεί μεγάλη, διότι:

    –    Βοηθάει στη λύση πολλών πολύπλοκων προβλημάτων, διαφωτίζει σκοτεινές υποθέσεις, διευκρινίζει παρανοήσεις, διαλύει παρεξηγήσεις μεταξύ ατόμων και λαών, ενώ παράλληλα εξασφαλίζει τη σφαιρική, την πολύπλευρη και σε βάθος εξέταση των διαφόρων θεμάτων και προβλημάτων.

    –    Ενισχύει την κυκλοφορία και τη διάδοση των νέων ιδεών και διευκολύνει την ανταλλαγή των απόψεων, που αποτελεί βασική προϋπόθεση, δημιουργικού  πνευματικού και  κοινωνικού βίου, ενώ  παράλληλα συνιστά  αποδεικτικό στοιχείο ότι, υπάρχει πνευματική και πολιτική ελευθερία, που είναι αναπόσπασπαστο στοιχείο, αλλά και δείγμα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

    –   Φέρνει σε στενή επαφή και επικοινωνία, τα άτομα και τους λαούς, τονώνοντας το πνεύμα της συνεργασίας και της καλής πίστης σε σοβαρά οικονομικά ζητήματα και περαιτέρω βοηθάει στην αλληλοκατανόηση και στη σύσφιξη των διεθνών σχέσεων, στην παγίωση της ειρήνης και στην ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ των κρατών.

    –   Γεννάει τον προβληματισμό και ενθαρρύνει το ερευνητικό πνεύμα, προ-καλώντας το ενδιαφέρον και αφυπνίζοντας τις δυνάμεις της ψυχής, ειδικότερα των Ελλήνων, προκειμένου να εκτυλίξουν το δημιουργικό τους ταλέντο.

   –  Οι άνθρωποι συνετίζονται εν πολλοίς, γίνονται ψύχραιμοι, ειλικρινείς, φιλικοί, έτσι ώστε οι  σχέσεις αφού γίνονται πιο ομαλές, στενές και θερμές να δημιουργείται και ανάλογος ψυχικός δεσμός.

    Είναι παραδεκτό, κατά γενική σχεδόν ομολογία, ότι οι σημερινοί Έλληνες, παρόλο που είναι απόγονοι εκείνων που δημιούργησαν τον καλό διάλογο, δεν διακρίνονται για την ικανότητά τους ή μάλλον για την διάθεσή τους, να συζητούν καλά και σύμφωνα με τους κανόνες της ευπρέπειας και τούτο διαπιστώνεται από:

   –   Τον υψηλό τόνο της φωνής τους, τις απρεπείς χειρονομίες που συνοδεύουν τις συνομιλίες τους και από τη χρησιμοποίηση απρεπών εκφράσεων ή και προσωπικών ύβρεων.

   –  Την αλλαγή θέματος πριν την εξάντλησή του, τις συχνές διακοπές που κάνουν σε εκείνον που μιλάει και αναπτύσσει τις απόψεις του, καθώς και από τις αποδοκιμασίες που ακούγονται, όταν δεν συμφωνούν με τη γνώμη κάποιου.

   –  Το πνεύμα μισαλλοδοξίας και φανατισμού που κατέχονται, την ισχυρογνωμοσύνη και το πείσμα που τους διακρίνει κατά τη διατύπωση των απόψεών τους, ιδίως όταν συζητούν προσωπικά, οικονομικά και πολιτικά θέματα.

    –   Το ότι δεν σέβονται συνήθως το συνομιλητή τους μιλώντας όλοι μαζί και από το ότι, δε διστάζουν να τον ειρωνευτούν, να τον προσβάλλουν, ακόμη  και να τον λοιδορήσουν. Στο σημείο  αυτό θα πρέπει να επισημανθεί το παρουσιαζόμενο στα τηλεοπτικά παράθυρα φαινόμενο της αντικοινωνικότητας ορισμένων από τους ομιλούντες και της έλλειψης στοιχειώδους παιδείας και σεβασμού προς τους συνομιλητές τους, κάτω από το βλέμμα του Δημοσιογράφου, που παρακολουθεί και διευθύνει την όλη συζήτηση, χωρίς να επιθυμεί ο ίδιος (μάλλον σκόπιμα), να επιβάλλει πολλές φορές την τάξη και να επιφέρει την θεραπεία.  Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται απορίας άξιο, το ότι,  αρκετοί δημοσιογράφοι, καίτοι  γνωρίζουν την ακαταλληλότητα ορισμένων προσκεκλημένων, οι οποίοι κατά κανόνα υποβαθμίζουν την ποιότητα της συζήτησης, εν τούτοις υποκινούμενοι από  πολιτικά ελατήρια, επιμένουν να διατηρούν τους ίδιους σε κάθε εκπομπή,  προκαλώντας τους ακροατές.

   –  Από τα δευτερευούσης σημασίας θέματα (π.χ. μικροπολιτική, κουτσομπολιό κ.τ.λ), καθώς επίσης και από τους ακατάλληλους χώρους συζητήσεων (π.χ. καφενείο, δρόμοι  κ.τ.λ.).

    Από τα προεκτεθέντα, εύλογα εγείρεται το ερώτημα! Ποία είναι τα αίτια και οι  γενεσιουργοί  παράγοντες που  επιδρούν στους Έλληνες, ώστε να παρουσιάζουν εικόνα κακών συνομιλητών; Σε αυτό το ερώτημα χωρούν απαντήσεις ως κατωτέρω:

     –    Η μακροχρόνια υποδούλωση της  Ελλάδας από την Τουρκία και η επίδραση  του  Ανατολικού  πνεύματος το οποίο παρουσιάζει σοβαρό έλλειμμα πολιτισμού και σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωμένη  αποκοπή μας από  τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό. Περαιτέρω καλλιεργήθηκε εκτενώς και ενισχύθηκε η  αυθαιρεσία, η αυταρχικότητα, ο δογματισμός, η έλλειψη ανοχής, η μισαλλοδοξία και η προκατάληψη.

     -.   Το χαμηλό μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο του λαού, (σε σύγκριση με  άλλες  αναπτυγμένες χώρες)  και το  υψηλό  σχετικά επίπεδο αναλφαβητισμού.

     –    Το μεσογειακό  κλίμα, που κατά  ένα μέρος οδηγεί προς τη νωθρότητα και  επιτείνει την  κούραση και  από  το  άλλο μέρος  ωθεί στην  οξύτητα, στις φιλονικίες, στην επίδειξη, στις φωνασκίες, στην ανυπομονησία και στην απώλεια της ψυχραιμίας.

    –    Η παραπληροφόρηση των πολιτών από  τα Μedia και τους Πολιτικούς Φορείς, που με την νόθευση  και την  παραποίηση της αλήθειας, αλλά και  τη συρρίκνωση της σκέψης των, (όπως π.χ. δια μέσου του προπαγανδισμού, της χειραγώγησης, του φανατισμού, της μονοδιάστατης και μη αντικειμενικής πληροφόρησης, κ.λ.π) συντελείται ο γενικότερος αποπροσανατολισμός τους. Τούτο συνίσταται στο ότι, δεν τους παρέχεται ανάλογη  δυνατότητα, ώστε να διεισδύσουν σε στοιχεία σχηματισμού πραγματικής εικόνας των εξελίξεων, προκειμένου διαμορφώσουν μία συγκροτημένη αντίληψη, για τα θέματα κοινού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα οι συνομιλητές δια μέσου των ετεροκατευθυνόμενων πληροφοριών που κομίζουν, να επιδίδονται αντιπαρατιθέμενοι  σε ένα ατέρμονα και ατελέσφορο διάλογο.

     –    Η νοοτροπία και ο χαρακτήρας του Έλληνα, να επιδίδεται μετά μανίας στη μάχη του διαλόγου, έτσι ώστε κερδίζοντάς την, να διακρίνεται μεταξύ των συνομιλητών του και να εντυπωσιάζει το ακροατήριο.

     Συμπερασματικά διαπιστώνουμε ότι, το ειδικό βάρος ενός καλού διαλόγου είναι μείζον από κάθε πλευρά, ενώ η συμμετοχή μας ως συνομιλητών, κάποιες φορές δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη υπόθεση. Προς τούτο  για μία γόνιμη διαλογική συζήτηση σε ότι αφορά εμάς τους Έλληνες, γενική είναι η πεποίθηση ότι, απαιτείται τόσο η τήρηση ορισμένων αρχών, όσο και ο εθισμός μας στη διαλεκτική.  Μία γενικότερη προσπάθεια από πλευράς των αρμοδίων φορέων της παιδείας και των λοιπών παραγόντων, όπως π.χ. είναι το κοινοβούλιο, το σχολείο, η οικογένεια, ο τύπος και τα οπτικοακουστικά  μέσα ενημέρωσης, καθώς και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις (στο διεθνή χώρο: ΟΗΕ, Διεθνείς Οργανισμοί, Ε.Ε., Συνέδρια, Συνδιασκέψεις, Συναντήσεις κ.λ.π), οπωσδήποτε θα συνέβαλε στην άνοδο της πολιτιστικής στάθμης του λαού, προκειμένου  συνειδητοποιηθεί η αξία ενός γόνιμου διαλόγου, μέσα από τον οποίο  ειδικότερα η  νέα γενιά θα ωφεληθεί τα μέγιστα, διδασκόμενη τόσο ευγενείς τρόπους συμπεριφοράς, όσο και ορθής σκέψης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: