Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράφει ο Ανθ/ρχος (Ε) ε.α. Δημ. Στάσης Π.Ν.

Είναι γνωστό ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Ένωση

με τα διάφορα μνημόνια, τις συμφωνίες και τις δανειακές συμβάσεις επιχειρούν,

όπως ισχυρίζονται, να ελαττώσουν τα χρέη της Ελλάδος προς τους δανειστές της

και ταυτόχρονα να θέσουν κανόνες, που κατ’ αυτούς κρίνονται απαραίτητοι γι

αυτόν τον σκοπό καθώς και για την βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης.

Υποθετικά και μόνο λέμε ότι κάποτε ίσως πετύχουν το ποθούμενο. Το πότε, με αυτά

τα προτεινόμενα και εφαρμοζόμενα μέτρα, μόνο ο Θεός το ξέρει και κανείς άλλος,

όπως φαίνεται άλλωστε και από την μέχρι σήμερα επιτυχία τους!

Για το πώς φθάσαμε σε αυτό το χρέος έχουν ειπωθεί πολλά και ίσως

ακουσθούν και περισσότερα. Υπάρχουν, όμως και λεπτομέρειες που δεν έχουν

ειπωθεί δυνατά, οι οποίες επηρέασαν και έπαιξαν τον ρόλο τους, έστω και λιγότερο

από άλλες αιτίες, στην αύξηση των χρεών της Ελλάδος. Είναι αυτές που , αν δεν

γίνει προσπάθεια να διορθωθούν, ανεξάρτητα από τις άλλες προσπάθειες που

καταβάλλονται, τότε σύμφωνα με την κοινή λογική δεν πρόκειται να αλλάξει η

δυσμενής οικονομική κατάσταση που βιώνουμε.

Συγκεκριμένα οι αιτίες αυτές εντοπίζονται στο διάστημα της εισόδου

μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ ) και στην αντίστοιχη Οικονομική και

Νομισματική αργότερα (Ο.Ν.Ε. 2001), και αφορούν τις «παραχωρήσεις» που

κάναμε ως χώρα προκειμένου να γίνουμε κράτος- μέλος αυτών των οργανισμών.

Έτσι, είτε κατ’ ανάγκη είτε από παράληψη διεκδικήσεων, αποδεχτήκαμε

προϋπάρχοντες όρους και συμφωνίες ενάντια στα συμφέροντά μας.

Κατ’ αρχάς το διεθνές κεφάλαιο, κατά την είσοδο της χώρας μας σε

αυτούς τους οργανισμούς, δεν έδωσε στην Ελλάδα έναν ρόλο βιομηχανικής χώρας

αλλά εκείνο του μεταπωλητή των βιομηχανικών προϊόντων του μητροπολιτικού

καπιταλισμού. Δεν ήθελαν να παράγουμε αλλά να καταναλώνουμε ευρέως τα

προϊόντα τους και πολλές φορές με τον δόλιο, υπερβολικό και κάθε άλλο παρά

καλοπροαίρετο δανεισμό προς τη χώρα μας, αποκλειστικά γι αυτόν τον σκοπό.

Πρόκειται για έναν δανεισμό που έδινε το δικαίωμα σε κακούς διαχειριστές για

σπατάλες και γενικά ωθούσε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Στο σημείο αυτό, όμως, εύλογα τίθεται το ερώτημα αν και κατά πόσο η χώρα

μας μπορεί να έχει βιομηχανική παραγωγή. Η απάντηση είναι κατηγορηματικά

θετική: Βεβαίως και μπορεί να έχει. Ο γεωργικός τομέας έχει τεράστιες δυνατότητες

βιομηχανικής ανάπτυξης. Το ελληνικό κλίμα, ό ήλιος, τα εδάφη και ο υδροφόρος

ορίζοντας πληρούν ιδανικά τις προϋποθέσεις προς την κατεύθυνση αυτή. Εδώ,

ωστόσο, υπάρχουν οι ευθύνες και οι παραλήψεις για την υποτίμησή τους και την μη

αξιοποίησή τους , ενώ παράλληλα κλείνουν ή περιορίζουν κατά πολύ την παραγωγή

τους πολλές από τις ήδη υπάρχουσες βιομηχανίες μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, όπως καπνού, κλωστοϋφαντουργίας και άλλες.

Η ιστορία αρχίζει από τη στιγμή της πλήρους ένταξης μας στην Ευρωπαϊκή

Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) με το σύνθημα ότι εισερχόμαστε σε μια μεγάλη αγορά

αγροτικών προϊόντων που θα σήμαινε και την προστατευτική στήριξη των δικών

μας αγροτικών αγαθών. Η ενθουσιώδης υποδοχή της εισόδου μας δεν έλαβε υπόψη

τα συμφέροντα των ετέρων μας. Ο σκληρός πυρήνας της Ευρώπης δεν χαρίζει

χρήματα σε άλλους λαούς χωρίς να λαμβάνει τελικά περισσότερα από αυτούς.

Υπό αυτό το πρίσμα η Ελλάδα δεν είναι παρά μια ακόμη αγορά των προϊόντων

των πλουσίων χωρών της Ε.Ε. Συμφέροντα και μόνο συμφέροντα, ουσιαστικά

απουσιάζουν οι ηθικές αρχές.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι υποσχέσεις περί οικονομικής δικαιοσύνης

και της προαγωγής των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών διαψευστήκαν. Αντί

οικονομικής προόδου, είδαμε τις χωματερές να γίνονται νεκροταφεία των

αγροτικών μας προϊόντων και αυτό γιατί δεν πληροφορήθηκε ο ελληνικός λαός

για το πλήθος ομοίων αγροτικών προϊόντων με τα ελληνικά που θα εισάγονταν

σχεδόν ελεύθερα από όλο τον κόσμο. Δεν γνώριζε ότι με την είσοδό του στην

ευρωπαϊκή κοινότητα αποδέχτηκε την ενάντια στα συμφέροντα μας προϋπάρχουσα

σύμβαση Λαμέ, όπως λέγεται, με την οποία η ΕΟΚ είχε δεσμευτεί με 63 χώρες της

Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ), χώρες πρώην βρετανικές και

Γαλλικές αποικίες (αγγλικά και γαλλικά συμφέροντα), να προμηθεύεται το 95% των

εξαγωγών τους και ακολούθως να υποχρεώνει τις χώρες μέλη να τα αγοράζουν

παρόλο που οι ίδιες παράγουν τα ίδια προϊόντα και με υποχρεωτικές ποσοστώσεις.

Πώς όμως δικαιολογείται μια τέτοιου είδους δέσμευση εκ μέρους της

ΕΟΚ; Αυτό έγινε γιατί τα αποικιακά κράτη της κοινότητας θέλουν να πωλούν τα

βιομηχανικά τους προϊόντα και όπλα στις χώρες αυτές. Αυτή η σύμβαση δεσμεύει

την Ευρωπαϊκή κοινότητα να αγοράζει από αυτές τις χώρες π.χ. κάθε χρόνο σε

ικανοποιητικές τιμές 1.300.000 τόνους ζάχαρη – αυτό τουλάχιστον προέβλεπε

η αρχική συμφωνία, η οποία ενδέχεται να έχει τροποποιηθεί. Έτσι και εμείς

υποχρεωνόμαστε να αγοράζουμε και μάλιστα με συνάλλαγμα, μέρος αυτής

της ζάχαρης σε βάρος τόσο των δικών μας καλλιεργητών που καλλιεργούσαν

ζαχαρότευτλα σε μεγάλες ποσότητες όσο και των εργοστασίων ζάχαρης. Η μείωση

εξαγωγής προϊόντων όπως σταφίδας, σουλτανίνας, ροδάκινων, πορτοκαλιών και

άλλων αγροτικών αγαθών έχει ως επακόλουθο όχι μόνο τη δραματική μείωση του

εισοδήματος των αγροτών αλλά και την αύξηση της ανεργίας σε αυτήν τη μερίδα

του πληθυσμού.

Υπήρξαν, όμως, και παρεμβάσεις υπέρ της Ελλάδος προερχόμενες από

σχετικά άρθρα της πράξης προσχώρησης (Ρήτρα διασφάλισης και οικονομικής

ενίσχυσης) οι οποίες τελικά δεν απέτρεψαν την εγκατάλειψη των αγροτικών

καλλιεργειών ως ασύμφορες και την συρρίκνωση σε βαθμό φτώχειας του αγροτικού

εισοδήματος.

Η σημερινή κατάσταση των μνημονίων και των δεινών που έπεσαν στην

ελληνική κοινωνία : ανεργία, αυτοκτονίες, κατασχέσεις, υπερβολικές φορολογικές

επιβαρύνσεις- περισσότερο προς τους οικονομικά ασθενέστερους- μειώσεις

οικονομικών παροχών σε συνδυασμό με άλλες μεθοδευμένες ενέργειες σε

άλλους τομείς της ζωής του έθνους, μας στερούν την ελπίδα και την προοπτική για

σύντομη βελτίωση των συνθηκών της ζωής μας, ακόμη και για την ύπαρξή μας ως

ελεύθερους Έλληνες.

Κάθε έθνος με ιστορική εθνική συνείδηση προσπαθεί να διατηρήσει τα

ουσιώδη τουλάχιστον προσδιοριστικά του, όπως την γλώσσα του ανόθευτη, την

ιστορία του, την θρησκεία του, τα ήθη και τα έθιμα, εν γένει την παράδοσή του,

ακόμη και το εθνικό του νόμισμα που στη δική μας περίπτωση τόσο πολύ έχει

κατηγορηθεί. Εάν αυτό ισχύει για όλα τα έθνη, για το δικό μας η ευθύνη είναι

μεγάλη, ώστε να διατηρηθεί αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός, με τη μεγάλη του

ιστορία και τη βαριά κληρονομιά του αποκλειστικού κληρονόμου της μεγάλης

Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτή η κληρονομιά είναι που μας έδωσε το δικαίωμα,

ώστε όλοι οι πόλεμοι που κάναμε και μετά την Επανάσταση του 1821 να

χαρακτηρίζονται και να ονομάζονται απελευθερωτικοί, σύμφωνα με τα ισχύοντα

διεθνώς.

Σε αντίθετη περίπτωση, άλλα κράτη που προσπάθησαν και ήθελαν να

ονομασθούν οι κατακτήσεις τους ως απελευθερωτικές δεν το κατόρθωσαν,

στερουμένων ιστορικών επιβεβαιώσεων. Ρωτάει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος

στο βιβλίο του «Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου 1939-1944» : « Απέβλεπε και

αποβλέπει η Γερμανία με την επεκτατική πολιτικήν της εις ικανοποίησιν εδαφικών

διεκδικήσεων;» και απαντά «Όχι η εισβολή και επιβολή της εις την Αυστρίαν ως

εις έδαφος εχθρικόν δεν έχει καμίαν απολύτως σχέσιν προς την παραδεδομένην

ωραίαν ιδέαν των εθνικών απελευθερωτικών αγώνων».

Το μέχρι σήμερα αναμφισβήτητο αυτό δικαίωμά μας το επιβουλεύονται

άλλοι οι οποίοι με υποσχέσεις, όπως προς χάριν της ευημερίας των λαών κ.τ.λ. μας

προτρέπουν στη νόθευση των συστατικών του έθνους μας και με την Ελλάδα στο

καναβάτσο επιδιώκουν να πετύχουν πολλούς και διάφορους στόχους που τυχόν

έχουν κατά νου, πέραν των οικονομικών που ήδη εφαρμόζουν.

Η αλλοίωση του θρησκευτικού συναισθήματος των Ελλήνων υπήρξε

και στο παρελθόν και αποτελεί και σήμερα επιδίωξη πολλών. Πόλεμοι ενάντια στην

ορθοδοξία κατά διαστήματα είναι γνωστοί από το Σχίσμα των Εκκλησιών και μετά.

Θύματα κατά καιρούς υπήρξαν πολλά, ο Μέγας Φώτιος, ο Μάρκος ο Ευγενικός και

άλλοι πολλοί. Το 1279 μ.Χ. συνέβη ένα αξιοσημείωτο γεγονός, κατά το οποίο

μαρτύρησαν για την Ορθοδοξία οι οσιομάρτυρες του Αγίου Όρους. Τότε ο

αυτοκράτωρ του Βυζαντίου Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος και ο πατριάρχης Ιωάννης

Βέκκος προσπάθησαν διά της βίας να καθυποτάξουν κάτω από την εξουσία του

Πάπα την ακρόπολη της ορθοδοξίας, το Άγιο Όρος. Απαίτησαν να δεχτούν οι

Αγιορείτες τα Λατινικά δόγματα, να Λατινοφρονήσουν, να συγκατατεθούν στην

ένωση με την παπική εκκλησία. Οι Αγιορείτες δεν δέχτηκαν και πλήρωσαν την

άρνησή τους με μαρτύρια. Το ίδιο επανελήφθη με τους Βαυαρούς κατά τα πρώτα

χρόνια της απελευθερώσεώς μας από τους Οθωμανούς, με χαρακτηριστική την

περίπτωση του Παπουλάκου στην Πελοπόννησο.

Σήμερα τίθεται το θέμα αλληλένδετο με την οικονομική κατάσταση της

χώρας. Υπάρχει ανησυχία για την κατάλυση από την Τρόικα και του μεγαλύτερου

θεσμού που στηρίζει την κοινωνική συνοχή και την πνευματική ελευθερία των

Ελλήνων. Ασκούνται, δηλαδή, πιέσεις να καταλυθεί, όπως γράφουν οι εφημερίδες,

ένα ακόμα προπύργιο του ελληνικού κράτους, η εκκλησιαστική διοικητική

αυτοτέλεια που είναι κατοχυρωμένη από το σύνταγμα μας, με εγκαθίδρυση

ειδικού καθεστώτος «εκκλησιαστικής εποπτείας» από τους δανειστές μας.

Απώτερος σκοπός του όλου εγχειρήματος είναι να εκμεταλλευτούν όλη την

εκκλησιαστική περιουσία, ώστε να μη δύναται πλέον η Εκκλησία και η Ορθοδοξία

να είναι ελεύθερη, όπως υπήρξε μέχρι σήμερα, και να εκπληρώνει το μεγάλο

πνευματικό και κοινωνικό της έργο.

Οι καιροί είναι δύσκολοι και ίσως όχι τόσο αθώοι. Οι πολλές υποσχέσεις και

υποδείξεις για θεσμικές αλλαγές εκ μέρους των δανειστών, που εκμεταλλεύονται

την δική μας αδράνεια, συν τα υπερβολικά αυστηρά οικονομικά μέτρα που μας

επιβάλλουν οδηγούν στην εξαθλίωση του λαού μας, στις αυτοκτονίες, στην ανεργία.

Επαχθή μέτρα, όπως η φορολόγηση και η έλλειψη κάθε πρόνοιας για τους Έλληνες

πολύτεκνους παράλληλα με την αθρόα είσοδο λαθρομεταναστών ή οικονομικών

μεταναστών όπως θέλουν να λέγονται, μεταβάλλουν το δημογραφικό τοπίο της

χώρας μας σε επικίνδυνο βαθμό.

Εμείς οι παλαιοί έχουμε ζήσει πολύ δύσκολες καταστάσεις στο παρελθόν

πολέμους κλπ, αλλά με την πίστη μας τις αρχές μας και τους αγώνες μας τις

ξεπεράσαμε. Έτσι πιστεύω και τώρα, εάν εργαστούμε σκληρά, κατά τα πρότυπα

του παρελθόντος, ενάντια σε κάθε κακό που βρίσκει την πατρίδα μας, θα τα

καταφέρουμε. Με τόλμη, ελεύθερο φρόνημα και ελληνική συνείδηση, όλα

γίνονται και, όπως και άλλοτε, όλα διορθώνονται και ανατρέπονται για το καλό του

ελληνισμού και της χώρας μας.

====================================

Βιβλιογραφία:
«Η Μεγάλη Ευθύνη» Τάσου Κ. Παναγόπουλου
«Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου 1939-1944» Παναγιώτη Κανελλόπουλου
«Τυπική διάταξις των ιερών ακολουθιών 2010» Απόστολου Ε. Παπαχρήστου
Εφημερίδα «Ελλάδα»

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: