Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ «ΟΧΙ»

Είχε περάσει ένας περίπου χρόνος από την ένδοξη εκείνη ήμερα, 28η
‘Οκτωβρίου 1940, που οι Έλληνες ενωμένοι, ομόψυχοι και «με το
χα¬μόγελο στα χείλη» επιβεβαίωσαν την άρ¬νηση του πρωθυπουργού της
χώρας για υποταγή στις κατακτητικές διαθέσεις του Ιταλό-γερμανικού
Άξονα. Ένας χρόνος με δόξες αλλά  και πόνο.  Αντιλαλήσανε τα βουνά τα
ελληνικά από τις νικητήριες ια¬χές. Στην Πίνδο και στο Ρούπελ
ντρόπια¬σαν και κατέπληξαν οι Έλληνες στρατιώ¬τες Ιταλούς και
Γερμανούς.
«Όμως ήρθε και η ώρα του πόνου: Έ¬σπασε το μέτωπο στην Ήπειρο!
Κατάπλη¬κτοι οι ήρωες, οι ανίκητοι Έλληνες, έμαθαν ότι έπρεπε να
υποχωρήσουν…
1941. ‘Οκτώβριος. Πλησίαζαν οι μέρες οι ένδοξες. Τι θα έκαναν οι
«σκλαβωμένοι νικητές»; Θα περνούσε η μέρα αυτή απα¬ρατήρητη, σαν μια
συνηθισμένη μέρα; Ή¬ταν δυνατόν; «Όμως η κάθε – μέχρι τώρα-εκδήλωση
αντιστάσεως στους κατακτητές
– Γερμανούς και Ιταλούς – είχε σκληρότα¬τα παταχθεί. Και λοιπόν;
Λοιπόν έπρεπε κάτι να γίνει. Να τιμηθούν τουλάχιστον ό¬σοι έχυσαν το
αίμα τους πάνω στα βορειοηπειρωτικά βουνά για την Ελευθερία. Έπρεπε να
δείξουν αυτοί οι σκλαβωμένοι νικητές στους κατακτητές ότι ζει μέσα
τους ο παλμός κι ο ξεσηκωμός του ΟΧΙ. Ότι η ψυχή τους είναι αταπείνωτη
και ότι, ακόμα, ο αγώνας συνεχίζεται. Πώς όμως;
Οι δυνάμεις κατοχής είχαν καταλάβει ότι οι Έλληνες στην «Αθήνα ήσαν
αναστατωμένοι. Γι’ αυτό είχαν γίνει προληπτικές συλλήψεις από τις
προηγούμενες ήμερες και την νύκτα της 27ης προς την 28η Ο¬κτωβρίου
πολλαπλασιάσθηκαν οι περίπο¬λοι στις κεντρικές οδούς. Από την
παρα¬μονή όμως είχαν κυκλοφορήσει πολλές προκηρύξεις προς τον Αθηναϊκό
λαό.

Μία από αυτές, που απευθυνόταν προς τις Ελληνίδες, είχε
μεταφερθεί με το επίσημο Κρατικό Ταχυδρομείο! Κλειστή σαν φακελλάκι, η
προκήρυξη είχε άπ’ έξω την χαριτωμένη επιγραφή «Προμηθευτικός
Συνεταιρισμός: Ούκ έπ’ άρτω μόνον…» και έτσι δεν δημιούργησε
υπόνοιες στους Ιταλούς λογοκριτές του Ταχυδρομείου. Μέσα, ό¬μως, η
προκήρυξη καλούσε τις Ελληνίδες και τα Ελληνόπουλα να εκδηλώσουν την
αφοσίωση τους στον υπέρ όλων αγώνα. Έγραφε:
«Ή 28η Οκτωβρίου είναι η επέτειος της νύχτας, που άδικοι εχθροί την
είχαν ορίσει νύχτα θανάτου για την Ελλάδα, μα πού ό Θεός και τα παιδιά
της την έκαναν νύχτα Αναστάσεως… Με αξιοπρέπεια, με θάρρος, θα πάμε
να προσκυνήσουμε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου… Ο Άγνωστος
είναι το παιδί μας, είναι ο αδελφός μας, για¬τί έχει αδέλφια του τα
παιδιά και τ’ αδέλφια μας, που ξέφυγαν από χίλια ακρογιάλια της
πατρίδας και πάνε να συνεχίσουν σε μάκρυνες στεριές και θάλασσες τον
μεγάλο αγώνα της Ελλάδος. Την 28η Οκτωβρίου αυτούς όλους θα πάμε να
προσκυνήσουμε στο Μνημείο του Άγνωστου. Κάθε μια από σας θα πάει ένα
λουλουδάκι, ένα κλωνά¬ρι δάφνης, λίγη πρασινάδα να καταθέσει με
ευλάβεια και συγκίνηση απάνω στο Μνημείο. Τα λουλούδια μας είναι
λιγοστά τώρα. Μας τα ρήμαξαν κι αυτά οι ακρίδες. Αλλά και λίγα που
είναι φθάνουν. Του χρό¬νου θα τους πάμε βουνά τα λουλούδια!»
Η απήχηση που είχε η προκήρυξη αυτή ήταν καταπληκτική. Από τα
ξημερώματα σχεδόν, γυναίκες του λαού, κορίτσια που πήγαιναν στα
γραφεία τους, μικρούλες που έτρεχαν στα σχολεία τους, κυρίες και
δεσποινίδες που έβγαιναν για την φιλανθρωπική εργασία τους, περνούσαν
από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτου για την ευλαβική αυτή, τη
σιωπηρή και όμως τόσο εύγλωττη πατριωτική εκδήλωση. Ήρεμα, χωρίς μία
φωνή, χωρίς μία λέξη, πλησί¬αζαν στο Μνημείο, γονάτιζαν και άφηναν το
μπουκετάκι, το κλωνάρι της δάφνης, την λίγη πρασινάδα που είχαν φέρει
μαζί τους.
Οι Ιταλοί, που ειδοποιήθηκαν γρήγορα γι’ αυτή την εκδήλωση, έσπευσαν
να στείλουν ολόκληρη δύναμη από «καραμπινιέρους», που απέκλεισαν όλο
τον χώρο γύρω από το Μνημείο και δεν δίστασαν να στήσουν και πυροβόλα
στις γωνίες! Αργότερα, κατά τις 9 π.μ., η σιωπηρή αυτή εκδήλωση
έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις, ώστε οι Ιταλοί άρχισαν να ανησυχούν και ο
αρχιστράτηγος Τζελόζο διέταξε να απαγορευθεί στις γυναίκες να
πλησιάζουν στο Μνημείο του Αγνώστου. Οι γενναίες όμως Ελληνίδες
παρέμειναν με επιμονή μπροστά στο Μνημείο. Γύρω στις 11 π.μ. οι Ιταλοί
ιθύνοντες άρχισαν να συνειδητοποιούν, ότι ήταν περισσότε¬ρο επικίνδυνο
και δυσάρεστο για αυτούς να αφήνουν τις Ελληνίδες να μαζεύονται έτσι
απειλητικά και ότι θα ήταν προτιμότε¬ρο να τις αφήσουν να καταθέσουν
τα άνθη τους στο Μνημείο και να φύγουν έπειτα. Τρεις έως τέσσερες
φορές, μέχρι το βρά¬δυ, οι δήθεν «κατακτητές» μετέβαλαν τις αποφάσεις
τους. Πότε επέτρεπαν και πό¬τε απαγόρευαν! Έν τω μεταξύ, όμως, τα
λουλούδια επάνω στο κενοτάφιο του Α¬γνώστου είχαν γίνει αληθινό
βουνό!*»
«Έτσι τίμησε την ήμερα του ΟΧΙ, ένα χρό¬νο μετά, η αδούλωτη ελληνική ψυχή.
Σαν περνάς κι εσύ, ελεύθερε Έλληνα διαβάτη, από το Εθνικό αυτό
Μνημείο, ακούμπησε νοερά κι ευλαβικά και το δικό σου λουλούδι της
ευγνωμοσύνης. Μαζί με την υπόσχεση να κρατήσεις ελληνική αυτή τη γη,
την αιματοβαμμένη!
*Πληροφορίες από το  βιβλίο  «Χρονικό  1940-1944» του Άδ. Κύρου, σελ. 122-123.
Από το περιοδικό «Προς Την Νίκην»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: