Ο ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ


1919-1922

«Ο λαός που λησμονεί την ιστορία του είναι καταδικασμένος να εξαφανισθή«

«Η πρωινή ομίχλη της 2ας <Μαΐου 1919 διαλύεται. Ο ήλιος της ελευθερίας φωτίζει την θάλασσα του Ερμαίου κόλπου, τα εγγλεζονήσια και τας κορυφάς των εγγύς βουνοσειρών της Ερυθραίας και της Φώκαιας, εν οίς και τας δυτικώς της Σμύρνης δύο κορυφάς, τα Μαστούνια όρη ή «Δύο Αδέλφια».

Ο θρύλος λέγει ότι τα δύο αδέλφια ήσαν Έλληνες απολιθωθέντες εκεί μετά, την κατάκτηση της Σμύρνης υπό των Τούρκων. Από τας κορυφάς των βουνοσειρών εφρούρουν το ελληνικό πνεύμα της Ιωνίας και παρετήρουν επί αιώνες προς το Αιγαίον με την αγωνία της ελεύσεως του ελευθερωτικού πνεύματος της Ελλάδος».

Aλμυρά Ερημος, πορεία προς τον Σαγγάριο


Με αυτόν τον σπάνιο λυρισμό η ιστορία του Γ.Ε.Σ. γράφει την προσέγγιση της νηοπομπής ή κατά τους Σμυρναίους «Ιερά Θερωρία» των μεταγωγικών πλοίων που μετέφεραν τον απελευθερωτικό ελληνικό στρατό, συνοδευόμενα από ελληνικά και αγγλικά πολεμικά πλοία.

Στις 7.50 ο σαλπιγκτής του «ΠΑΤΡΙΣ» σαλπίζει το ελευθερωτήριο σάλπισμα και μέσα σε φρενίτιδα ενθουσιασμού αποβιβάζονται οι εύζωνοι του 1/38 Σώματος. Ο πρώτος τσολιάς, σαν νέος Πρωτεσίλαος σκύβει και φιλεί το χώμα της ελεύθερης Σμύρνης. Μυριάδες λαού ψάλλουν το «Υπερμάχω». Οι σειρήνες των πλοίων και οι καμπάνες της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Αικατερίνης, του Αη Γιάννη, του Αη Τρύφωνα δονούν την ατμόσφαιρα. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος με λυγμούς, γονατισμένος, ευλογεί τη σημαία ψάλλοντας «ευλογημένος ο ερχόμενος…».

Ο ιερομάρτυρας Χρισόστομος ευλογεί τον Στρατό. Από αριστερά:

Αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος, Αρμοστής Στεργιάδης,

Στρατηγοί Νίδερ και Ιωάννου, αρχίατρος Τανάγρας, Στρατηγός Πάγκαλος

Οι Σμυρνιωτοπούλες ραίνουν με ροδοπέταλα και ανθόνερο το τάγμα του Τζαβέλα. Στα νεκροταφεία εκτυλίσσονται συγκλονιστικές σκηνές: «σήκω πατέρα, ήρθαν…. Σηκωθείτε, ξυπνήστε, ήρθαν!». Οι περισσότεροι Τούρκοι μουρμουρίζουν «κισμέτ….». Η λευτεριά όχι μόνο της Σμύρνης αλλά της ευρύτερης Μ. Ασίας ανοίγει τα φτερά της. Πέντε αιώνες η Σμύρνη, η Μ. Ασία περίμεναν αυτή την χρυσή ώρα. Ο δρόμος δεν θα είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα, αλλά με αγκάθια. Οι Ιταλοί, σφοδροί μισέλληνες καθ’ όλη τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας και σε συνεργασία με Φραγκολεβαντίνους, Εβραίους, πρωτοστατούν ναρκοθετώντας στο εξής την ελληνική παρουσία στην Ανατολή. Βοηθούν, εξοπλίσουν τους Τούρκους που οργανώνονταν στη ζώνη που ήλεγχαν οι Ιταλοί, νοτίως του Μαιάνδρου ποταμού. Οι Γάλλοι ακολουθούν μετά την 1η Νοεμβρίου 1920, όπως και οι Άγγλοι που στα παρασκήνια ασκούν φιλοτουρκική πολιτική. Ενενήντα ένα χρόνια πέρασαν από την ιστορική, πιο πάνω ημέρα.

Η κατάληξη της Μικρασιατικής εκστρατείας γνωστή. Η καταστροφή, η μεγαλύτερη συμφορά στην ιστορία του ελληνισμού που άφησε τους Έλληνες, την Ελλάδα «με ένα πνευμόνι» έθαψε οριστικά ότι δεν κατόρθωσαν δύο μακραίωνες δουλείες. Η Ρωμαϊκή και η Οθωμανική. «Το αγνώτερο τμήμα της ελληνικής φυλής, όπερ καλλύτερον διετήρησεν τον εθνικόν τύπον», κατά το υπόμνημα Βενιζέλου, χάθηκε από την βαρβαρότητα του διχασμού και την ανηθικότητα του παλαιοελλαδισμού.

Πολλά γράφτηκαν για την Μικρασιατική Εκστρατεία. Άλλωτε  με διάθεση απολογητική, γιατί η Ελλάδα τόλμησε να αποπειραθεί τη διάσωση  2.500.000 Ελλήνων από την γενοκτονία που είχε αποφασίσει ο Τουρκισμός, άλλοτε με διάθεση επιθετική.

Ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς της νέας γενιάς ο Κώστας Χατζηαντωνίου, από όπου και τα πιο πάνω στοιχεία, γράφει στο βιβλίο του «Μικρά Ασία. Ο απελευθερωτικός αγώνας 1919-1922« (εκδόσεις Πελασγός):

[…] Οποιαδήποτε μελέτη της μικρασιατικής εκστρατείας δεν μπορεί να επιχειρηθεί έξω από τα ιστορικά πλαίσια της διαμάχης στον χώρο τής καθ’ ημάς Ανατολής, χωρίς βαθειά γνώση της   κληρονομιάς του Α! Παγκοσμίου Πολέμου άλλα και του διεθνούς ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών κύκλων για   διείσδυση στην Ανατολή. Χωρίς βαθειά γνώση -επίσης- των διπλωματικών ζυμώσεων, των στρα­τιωτικών δεδομένων και κυρίως των εσωτερικών πολιτικών αντι­θέσεων στην Ελλάδα όπου ο αντεπαναστατικός μικροελλαδισμός υπονόμευσε ανενδοίαστα την εθνική εξόρμηση των κυρί­αρχων από το 1909  επαναστατικών  δυνάμεων. Το βιβλίο αυτό συχνά ίσως παραδίδεται στον συναισθηματισμό, ίσως αδικεί κάποιες προσωπικότητες. Η απάντηση μου είναι επιθετική: Ό­ταν υπάρχουν 1.000.000 νεκροί και 1.500.000 πρόσφυγες δεν έχουμε το δικαίωμα να μην ονομάζομε τους ένοχους εν ονόματι   κάποιας νεφελώδους «ενότητας». Ή ενότητα ή θα είναι Εθνική ή καλύτερα να μην υπάρξει!

Κατασκευή γέφυρας στο Πουρσάκ

Η μικρασιατική καταστροφή, το ξέρομε όλοι, είναι η μεγαλύτερη συμφορά στην ιστορία του Ελληνισμού. Η διάλυση της ένδοξης στρατιάς, οι σφαγές και οι λεηλασίες που απορφάνισαν ένα Γένος, η εξόντωση κι ο ξερριζωμός ενός Λαού από τις εστίες του μετά μακρότατη συνεχή παρουσία δεν είναι απλώς η αποτυχία ενός λαού ή μιας εκστρατείας. Είναι αποτυχία της ίδιας της Ιστορίας της οποίας τελολογικός φορέας είναι ο Ελ­ληνικός Πολιτισμός.

Δεν ξεκίνησε αυθόρμητα αυτή η εκστρατεία. Κορύφωση μακραίωνης αγωνιστικής προσπάθειας, που βρήκε την κατάλληλη ιστορική ώρα, τιτάνια ελληνική εκτίναξη, δεν ήταν όμως μόνον ελληνοτουρκική σύγκρουση. Το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε καταρριφθεί λόγω της γερμα­νικής διείσδυσης σ’ αυτήν και του Α! Παγκοσμίου Πολέμου. Ο συμμαχικός διακανονισμός που έδινε τη μερίδα του λέοντος από το διαμελισμό στη Ρωσία ήταν πλέον ανενεργός λόγω της επικράτησης των μπολσεβίκων. Οι ελληνικές διεκδικήσεις ήσαν οι μόνες με ιστορική και εθνολογική βάση, ενισχύοντο δε από την απόφαση του ρατσιστικού νεοτουρκικού κράτους να εκ­τουρκίσει βιαίως τη Μικρά Ασία. Η ‘Ελλάδα μιαν επιλογή είχε να κάμει: να αγωνιστεί. Και αγωνίστηκε. Η μικρασιατική εκ­στρατεία, κορυφαία στιγμή του Νέου Ελληνισμού, περίοδος λαμπρή και συνάμα τραγική, έκρινε το δικαίωμα των Ελλήνων να ζουν ελεύθεροι, ανεξάρτητοι, περήφανοι. Η συρρίκνωση στο ένοχο αθηναϊκό κράτος και το διαρκές έγκλημα του μικροελλαδισμού καθώρισε έκτοτε τους πολιτικούς στόχους του τόπου στα όρια του «ρεαλισμού», του ενδοτισμού και ενίοτε της χυδαιότητας.

Η «ελεύθερη» Ελλάδα, απαλλαγείσα της αλύτρωτης επέβαλε μιαν φιλοσοφία ξένη προς την εμπειρία των ξερριζωμένων πληθυσμών που διέσωζαν την αυθεντική εθνική στάση ζωής: τον ελληνικό τρόπο υπάρξεως.

Δεν υπάρχει φρικτότερο έγκλημα από την εκρίζωση και την προσφυγιά, τη βίαιη διακοπή της πνευματικότερης των σχέ­σεων, της σχέσεως ανθρώπου-γης. Το μέγεθος όμως του εγ­κλήματος της διάρρηξης μιας συνεχούς ιστορικής πορείας χι­λιετηρίδων ολόκληρων είναι μη προσδιορίσιμο. Το βέβαιον είναι ότι η τραγωδία του 1922 είναι μείζων αυτής του 1453. Διότι αυτή την φορά, την υποδούλωση διαδέχθηκε η εκρίζωση και αυτήν η αλλοτρίωση, η λήθη του εγκλήματος, ο απάνθρωπος ενταφιασμός της Ιδέας που συγκροτούσε και νοηματοδοτούσε την ύπαρξη του νέου Ελληνισμού. Χωρίς συνοχή και όραμα η ελληνική κοινωνία, χωρίς τη μικρασιατική της διάσταση, σύρθηκε στη διαφθορά του δυτικισμού που εφρόντισε να πλήξει κάθε ανάμνηση της αλησμόνητης πατρίδας. Η ιστορική αλήθεια πως το Αιγαίο, ελληνική λίμνη από τη γέννηση του, ένωνε πάντα δύο τμήματα ελληνισμού και συγκροτούσε τη διαλεκτική σύν­θεση ενός Πολιτισμού, έπρεπε πια να εξορκιστεί: ήταν επικίνδυνη για τους συμμαχικούς προσανατολισμούς και το καθε­στώς που επεβλήθη από το 1956 στην ελληνική κοινωνία των «επιτυχημένων». Ό,τι δεν κατόρθωσαν δύο μακραίωνες δουλείες, η ρωμαϊκή και ή οθωμανική, συνετελέσθη από τη βαρβαρότητα του διχασμού και την ανηθικότητα του παλαιοελλαδισμού.

[…]Επιστρατεύονται συχνά και στρατιωτικές αναλύσεις για το «άτελέσφορον», δήθεν, της ελληνικής αποκαταστάσεως. Αλλά στην περίπτωση αυτήν έχομε να κάνωμε με παντελή άγνοια των δεδομένων διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την επ­αύριον της λήξεως του Α! Παγκοσμίου Πολέμου. Η ανασύνταξη της και η ευμενής προς αυτήν στάση ουδετερότητας (ή και συνεργασίας…) των Δυνάμεων ήταν μία εξέλιξη διόλου ανα­πότρεπτη. Προήλθε από τα εγκληματικά λάθη και την απομό­νωση στην οποία περιήλθε η ελληνική πλευρά μετά την 1η Νοεμβρίου 1920. Ο ελληνικός στρατός συνέχισε να μάχεται ηρωικά και υπεράνθρωπα άλλα μόνος ενώ ως τότε ήταν φορέας συμμαχικής πολιτικής.

Ορισμένοι αποτολμούν και την βλασφημία: ομιλούν για ελ­ληνικό… ιμπεριαλισμό! Δεν χρειάζεται καμμιά εμβριθής ανά­λυση για να δοθεί απάντηση: Η εκστρατεία είχε έναν σκοπό, την απολύτρωση του σκλάβου αδελφού, άλλο αν μια λανθασμέ­νη στρατιωτική τακτική οδήγησε ως την Άγκυρα. Εάν τώρα κάποιοι σύμμαχοι εξυπηρετούντο από την ελληνική επέκταση εί­ναι ένα άλλο ζήτημα. Μήπως θα έπρεπε να παραιτηθούμε της Ανεξαρτησίας το 1827 επειδή αυτή προήλθε από την επέμβαση των Δυνάμεων στο Ναυαρίνο; Εν πάση περιπτώσει, 2.500.000 Έλληνες, 2.177 σχολειά, με 177.505 μαθητές και 4.596 δασκά­λους, 2.232 εκκλησιές, είναι σημεία ενός μεγάλου πολιτισμού, του μέγιστου ελληνικού πολιτισμού. Κι αυτός ο πολιτισμός ήταν στο στόχαστρο του παντουρκισμού.

[…]Μέσα σε τρία χρόνια ωστόσο, το όνειρο γκρεμίστηκε. Πολλές εξηγήσεις δόθηκαν, κάποιες θα αποπειραθούμε κι εμείς. Το γεγονός ωστόσο παραμένει. Αβάσταχτο, απίστευτο, καταθλι­πτικό: Η Μικρασία χωρίς Ελληνισμό! Η διατύπωση της ευχής που φωλιάζει στη μυστική ψυχή μας, η προσμονή της επιστρο­φής, δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο για τους νεκρούς, για τους ξερριζωμένους. Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί την οριστική έκπτωση του ανθρώπινου πολιτισμού, τη δικαίωση της βαρβαρότητας, την αδιάψευστη απόδειξη πως αυτός ο κόσμος πορεύεται χωρίς νόημα… Μα για όσους ο κοινός πόνος ενώνει -γιατί αυτό είναι η συνείδηση του Ελληνισμού, πόνος κοινός-αυτή η καταστροφή αποτελεί και το Καθαρτήριο όπου δοκιμά­ζεται η αντοχή όσων έρχονται και φεύγουν από τη ζωή με τη σκέψη στους νεκρούς του Γένους.

Στις σελίδες που ακολουθούν ο αξιόλογος συγγραφέας κ. Χατζηαντωνίου καταγράφει με επιμελημένη  ιστορικότητα όλες τις φάσεις του απελευθερωτικού αγώνα 1919-1922. Την πίστη, τον αγώνα, την νίκη, την διχόνοια, την ήττα, τον ξερριζωμό. Πολλές και άγνωστες στους πολλούς οι πτυχές του μεγάλου ονείρου, γεμίζουν με πίκρα και πόνο δημιουργώντας συγχρόνως ένα πελώριο ΓΙΑΤΙ; Ερώτημα που γεννά ένα δεύτερο, μέσα από το φως που ρίχνει ο συγγραφέας στην ηρωική αυτή εποποιΐα. ΑΝ; Όπως σημειώνει στο εκδοτικό του σημείωμα ο Ιωάννης Χρ. Γιαννάκενας. Μία άγνωστη πτυχή είναι και η επιχείρηση «Κωνσταντινούπολη» σαν απάντηση στο διπλωματικό αδιέξοδο και το στρατιωτικό, από ελληνικής πλευράς, τέλμα. Από τον Μάιο είχε αρχίσει η ενίσχυση του Δ! Σώματος (Θράκης). Ο Τσώρτσιλ στα απομνημονεύματά του έγραψε: «.…Σίγουρα οι Έλληνες μπορούσαν να την καταλάβουν (Κωνσταντινούπολη). Και μόνο οι απειλή αυτή έφερε ταραχή στους κεμαλικούς της Άγκυρας. Αναμφισβήτητο είναι ότι η κατοχή της Κωνσταντινούπολης από τον ελληνικό στρατό θα διάνοιγε νέες προοπτικές και θα διευκόλυνε την Ελλάδα να επιτύχει ειρήνη υπό έντιμους όρους». Ο Άγγλος πρωθυπουργός Λόϋδ Τζώρτζ τον Αύγουστο του 1921 είχε δηλώσει: «εάν αι Δυνάμεις της Συνεννοήσεως (Entente) ήθελαν τηρήσωσιν απόλυτον ουδετερότητα, δεν θα ηδύναντο να αρνηθούν εις τον ελληνικόν στρατόν το δικαίωμα να καταλάβη την Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσαν του εχθρού. Η υπό των Συμμάχων κατοχή της Κωνσταντινουπόλεως επιφέρει σοβαρόν και άδικον μειονέκτημα εις τους Έλληνας!!!»

Οι Ιταλοί και οι Γάλλοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι «ένα ιστορικό κληρονόμο» να επανέρχεται στην Κωνσταντινούπολη. Οι δε Ρώσοι από το 1915, είχαν δηλώσει: «για λόγους πολιτικούς και θρησκευτικούς η εμφάνιση της ελληνικής σημαίας στην Κωνσταντινούπολη θα προκαλούσε στη Ρωσία ζωηράν εντύπωσην ανησυχίας και οργής». Το 1920 όμως δεν υπήρχε τσαρική Ρωσία. Οι μπολσεβίκοι είχαν επικρατήσει. Μήπως την ημέρα της συνθήκης των Σεβρών ο ίδιος ο Λόϋδ Τζώρτζ δεν είχε πει στον Βενιζέλο «και στην Πόλη κύριε Πρόεδρε»; Η Αθήνα δεν τόλμησε. Ούτε ανακήρυξη μικρασιατικού κράτους, ούτε κατάληψη της Πόλης. Είχε την αφέλεια να ζητά την άδεια των Συμμάχων την ώρα που κινδύνευαν να χαθούν τα πάντα και  ακόμη την μεγαλύτερη αφέλεια να απλώσει το μέτωπο σε ένα μήκος 600 χιλιομέτρων!!! Αντίθετα ο Κεμάλ στις 12 Σεπτεμβρίου 1922, από την καπνίζουσα ακόμα Σμύρνη απαιτεί την παραχώρηση ολόκληρης της ανατολικής Θράκης προκειμένου να αποφευχθεί σύγκρουση μεταξύ του Συμμαχικού και του Τουρκικού στρατού στην ουδέτερη ζώνη των στενών.!! (Γιάννης Γιαννουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις….« σελίδα 298).

Δεν υπήρχε ψυχή, δεν υπήρχε στην Θράκη ούτε Πάγκαλος, ούτε Κονδύλης. «Ήταν μία ομάς ασημάντων ανθρώπων, τελείως ανικάνων να φέρουν εις περας μία μεγάλη εθνική πολιτική», κατά την κρίση του Λόϋδ Τζώρτζ.

Καλέ Γκρότο: Οσοι επέζησαν γυρίζουν πίσω…

Και κλείνουμε το περιληπτικό αυτό ιστορικό αφιέρωμα στην Μικρά Ασία με αποσπάσματα από τον επίλογο του βιβλίου:

[…]Το μοιραίο λάθος του Εθνάρχη Ελ. Βενιζέλου να εμπιστευτεί την λαϊκή ωριμότητα ενάντια στην δημαγωγία αποτελεί ανε­ξίτηλο στίγμα για τον παλαιοελλαδισμό. Αλλά και μας επιση­μαίνει το λάθος των εθνικοεπαναστατικών δυνάμεων του 1909 και του 1916 οι οποίες μέσα στο ευρύτατο μέτωπο του Βενιζελισμού εκχώρησαν την πολιτική ηγεμονία στις φιλελεύθερες δυνάμεις αντί να ακολουθήσουν την πολιτική που ο Ν. Πλαστή­ρας ονόμασε αργότερα «ευζωνική». Εθνικό Διχασμό είχαν και οι Τούρκοι, άλλα ο Κεμάλ (εκφραστής εθνικοεπαναστατικών δυνά­μεων) επιβλήθηκε δια πυρός και σιδήρου επί του σουλτανικου-παλαιομουσουλμανικού πλέγματος εξουσίας και αναδιοργάνω­σε τον τουρκικό στρατό εμπνέοντος ή σύροντας τον λαό του, με χαρακτηριστικότερο γεγονός την υπεράνθρωπη άμυνα του Σα­γγαρίου. Ας μην υπερτονίζομε λοιπόν, όπως θέλει μια ιδεαλι­στική σχολή, τον ρόλο της διχόνοιας.

Στην Ελλάδα οι επαναστατικές δυνάμεις παρεδόθησαν δια των εκλογών! Ένας Στρατηγός υπήρχε για να αντιπαρατεθεί στον Κεμάλ, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, αλλά θα τον θυμηθεί η Ελ­λάδα μόλις το 1923, για να δημιουργήσει την Στρατιά του Έβρου που έσωσε την Δυτ. Θράκη. Απέναντι στους νεαρούς Τού­ρκους μεράρχους θα παραταχθούν γηραιοί και απότακτοι που ε­πανήλθαν μετά την » εκταφή και ανάσταση νεκρών» που συνετελέσθη το 1920 κατά την έκφραση του βασιλόφρονος Ά. Παπούλα.

[…]Από την μια λοιπόν η προδοσία κι από την άλλη η ατυχία. Η ατυχία που κυνήγα την Στρατιά κι όταν έρχεται η ώρα της διά­σπασης. Οι κατάκοπες και εξουθενωμένες από την ήττα στο Α­φιόν δυνάμεις πορεύονται με δυο σπουδαίους αξιωματικούς, τον Φράγκου και τον Πλαστήρα. Οι μη εμπλακείσες και αξιόμαχες με τους Τρικούπη-Διγενή, πειθαρχώντας στην εγκληματική διαταγή του Χατζανέστη (που βρισκόταν 400 χλμ. μακρυά ενώ ο Κεμάλ βρισκόταν στην πρώτη γραμμή) παρασύρονται στην περιπετειώδη βήμα προς βήμα υποχώρηση (ενάντια σε κάθε κανό­να τακτικής μετά από μια ήττα) αντί να σπεύσουν προς Τουμλού Μπουνάρ. Πέραν της ελαττωματικής αμυντικής διάταξης, με τα κενά στο ευρύτατο μέτωπο, η Στρατιά εκείνες τις μέρες δεν είχε ούτε έναν Στρατηγό. Οι απότακτοι και οι αντεπαναστάτες ήσαν τόσο «λίγοι» για τον υπέρτατο εθνικό αγώνα…

[…]Ή ψυχή του στρατιώτου είχε προπαρασκευασθεί να ηττηθή » «γράφει ο Μιχ.Ρόδας. Πώς να μην αναφερθούμε στο τηλεγράφη­μα της Κυβερνήσεως προς τον πρέσβη στο Λονδίνο Ραγκαβή το οποίο εκφράζει… ανακούφιση : «Τα γεγονότα του μετώπου έλύτρωσαν την κατάστασιν έν Μικρά ‘Ασία, κατά συνέπειαν παρα­καλείταιη η Αγγλική κυβέρνησις όπως επέμβη και ζητήση την σύναψιν ταχείας και αμέσου ανακωχής» ( Ξ. Στρατηγός, σελ. 343). Έτσι η Στρατιά άφησε το αιματόβρεκτο χώμα της Μικρασίας με 30.000 νεκρούς (13.000 βεβαιωμένοι και 17.000 αγνοούμενοι που εσφάγησαν) και 45.000 τραυματίες. Από τον Μικρασιατικό Ελληνισμό 1.000.000 υπήρξαν οι νεκροί κι αυτοί που χάθηκαν και 1.500.000 οι πρόσφυγες.                                                         Τον Σεπτέμβριο του 1922 ο ελληνισμός ψυχορραγούσε αλλά ο ελλαδισμός, η μιζέρια του αθηναϊκού παλαιοκομματισμού εί­χαν θριαμβεύσει.

Τα άγια κόκκαλα των Ελλήνων στην Ασία έμειναν άψαλτα, ά­ταφα, αλιβάνιστα. Ο κόσμος έμενε χωρίς νόημα, η ιστορία χωρίς δικαιοσύνη και σε λίγα χρόνια ακόμη και η ηγεσία που είχε εμπνεύσει την εξόρμηση θα έδινε το χέρι στους σφαγείς.

[…]Δεν θα παύσωμε να επαναλαμβάνωμε την ανάγκη να στα­ματήσει η ιδεαλιστική δικαιολογία περί διχασμού. Δεν υπήρ­ξαν δύο ισότιμες εθνικώς παρατάξεις. Από την μία ήταν η Επα­νάσταση και από την άλλη η αντεπανάσταση. Η νίκη της δευτέ­ρας τον Νοέμβριο του 1920 απετέλεσε την αρχή του τέλους. Ο Ου. Τσώρτσιλ μάλιστα ομιλεί για «ένα έκδηλο αίσθημα ανακουφίσεως» των συμμαχικών κύκλων μετά την πτώση Βενιζέλου, διό­τι έτσι δεν θα ήταν υποχρεωμένοι πλέον να ασκούν αντιτουρκική πολιτική (» The Aftermath «, σελ.387). Έτσι απέναντι στον Γκρίζο Λύκο της Αγκύρας αντιπαρατάχθηκε, στη θέση του Κρη­τικού Αντάρτη, ένα κολλέγιο καλαμαράδων κατά την προσφυή έκφραση του Παν. Σιφναίου.

Η νίκη του μικροελλαδισμού κατά του Οράματος Ζωής και Νέου Πολιτισμού που εθεμελιώνετο στην Ελληνική Ανατολή έριξε για πάντα τον κόσμο στον μηδενισμό.

Το έγκλημα, που ολοκληρώθηκε με την Ανταλλαγή του 1923 και τις Συμφωνίες Φιλίας, παραμένει μέτρο απαξίωσης του πα­γκόσμιου πολιτισμού. Δεν έμεινε να δροσίζει τους νεκρούς μας τίποτε έκτος από τις αύρες του Αιγαίου… Και σε μας τίποτε, παρεκτός ο λόγος του Βιργιλίου :

«Άναφανήναι τις έκ τών οστέων ημών έκδικος»….

Ευχαριστούμε τον κ. Κ. Χατζηαντωνίου για την άδεια δημοσίευσης των πιο πάνω στοιχείων.

Ε.Σ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: