ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ ΜΑΝΑ

(ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ) ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ ΜΑΝΑ

Γράφει ο Αντιπλοίαρχος (ΠΤ-ΗΝ) ε.α.

Γρ. Γεωργακόπουλος Π.Ν.

Δε σε ξεχνάμε, Αρχόντισσα της εποχής σου (όχι δύστυχη), σε αφήνουμε λίγο να ξεκουραστείς και πάλι θα σε κουβεντιάσουμε τα δεκάδες παιδιά σου που ζήσαμε την εποχή εκείνη.

Αρχόντισσα της εποχής εκείνης, τα παιδιά που άφησες φούντωσε μέσα τους η λαύρα της αγάπης τους για σένα, γλυκιά μανούλα τους. Εσύ έκοβες τη μπουκιά από το στόμα σου την εποχή της πείνας και την έδινες στα παιδάκια σου από πόνο ψυχής να τα ζήσεις. Παιδάκι σου ήταν και το φτωχό γειτονόπουλο ή το ορφανό του πολέμου, της αρρώστιας, πήγαινες και το βύζαινες να το ζήσεις και έλεγες: «Ναι, να ζήσει κι αυτό το κακόμοιρο, αύριο θα είναι χρήσιμο για την Πατρίδα και Χριστιανός καλός θα γίνει». Με όλα αυτά πως να σε ξεχάσουμε εμείς, καλή μας; Όλοι όσοι σε έζησαν τότε και σήμερα σε διαβάζουν, τους έρχεται στη θύμηση (ποτέ δε σε ξεχάσανε) η καλοσύνη σου, οι ορμήνιές σου, τα σοφά καλά σου λόγια από την ψυχούλα σου τότε βγαλμένα. Όταν έφευγαν να πάνε για ένα καλύτερο αύριο δικό τους, ράγιζε η καρδούλα σου που έφευγαν χωρίς να μπορείς να τους γεμίσεις την τσέπη λεφτούλια (διότι δεν είχες), αλλά τους έδινες ψωμάκι, τυράκι, κάνα συκοκάρυδο ή ότι άλλο είχες. Τους γέμιζες την ψυχή τους με τις ευχές σου που έβγαιναν από τα βάθη της ψυχής σου. Τα τηλέφωνα και οι θύμησες πέφτουν βροχή για σένα, όταν σε διαβάζουν.

Γλυκιά μας, όλοι θα θέλαμε να σε ξαναβλέπαμε μπροστά μας και όχι στα όνειρά μας. Πολλοί μου λένε με πόνο ότι πίκρανα μία φορά τη Μανούλα μου. Τους απαντώ: όχι, έφυγε ευχαριστημένη, διότι ήταν η Μάνα της εποχής.

Η καρδιά της μάνας

Είπε στον ερωμένο της η μάγισσα.

«- Αφού πιστά ποθείς τον έρωτα μου,

πήγαινε, φέρε την καρδιά της μάνας σου

και ρίχ’ την να τη φάνε τα σκυλιά μου».

Κι ο γυιός από τον έρωτα παράφορος

το πρόσταγμα της λατρευτής του παίρνοντας

στη μάνα του χυμάει αγριεμένος.

Και μπήγει κοφτερό μαχαίρι αλύπητο

στα σπλάχνα που τον είχαν αναθρέψει

και ξεριζώνει την καρδιά της μάνας του

και στη νεράιδα πάει, να τον πιστέψει.

Μ’ απ’ την ορμή παραπατώντας έπεσε.

Και η καρδιά της μάνας ξεσχισμένη

στα λασπωμένα χώματα κυλίστηκε.

Και, μέσα εκεί, στη λάσπη, κυλισμένη,

στο γυιό της λέει στενάζοντας βραχνά:

-Μη χτύπησες παιδί μου, πουθενά;

Ιωάννης Ρισπέν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: